English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“V” Words

V sign
βε
V sign
σήμα της ειρήνης
V-neck
βε
Vaasa
Βάασα
vacation
διακοπές
vaccination
εμβολιασμός
vaccine
εμβόλιο
vaccinophobia
εμβολιοφοβία
vacillate
ταλαντεύομαι
vacillation
ταλάντευση
vacuity
κενότητα
vacuity
κενό
vacuole
κενοτόπιο
vacuum
κενό
vacuum
σκουπίζω
vacuum cleaner
ηλεκτρική σκούπα
vacuum pump
αντλία κενού
Vaduz
Βαντούζ
vagary
ιδιοτροπία
vagary
φαντασιοπληξία
vagina
κόλπος
vagina
κολεός
vaginal sex
κολπική συνουσία
vaginal sex
κολπικό σέξ
vaginismus
κολεόσπασμος
vaginismus
κολπισμός
vaginismus
κολπόσπασμος
vaginitis
κολπίτιδα
vaginitis
κολπίτις
vaginosis
κολπίτιδα
vagotomy
βαγοτομή
vagrancy
αλητεία
vagrant
αλήτικος
vagrant
αλητεύω
vagrant
αλητεύω
vagrant
αλήτης
vagrant
αλήτισσα
vague
ασαφής
vague
αόριστος
vagus nerve
πνευμονογαστρικό νεύρο
vain
ματαιόδοξος
vain
μάταιος
vainglorious
ματαιόδοξος
vainglory
ματαιοδοξία
valence
σθένος
valence electron
ηλεκτρόνιο σθένους
Valencia
Βαλένθια
valenki
βάλενκι
Valens
Βάλης
Valens
Ουάλης
Valentina
Βαλεντίνα
Valentine
Βαλεντίνος
Valentinian
Βαλεντινιανός
Valentinian
Ουαλεντινιανός
Valeria
Βαλέρια
Valerian
Βαλεριάνος
valet
καμαριέρης
valet
υπηρέτης
valet
συνοδός
valet
παρκαδόρος
valetudinarian
υποχονδριακός
valetudinarian
υποχόνδριος
Valhalla
Βαλχάλλα
valiant
θαρραλέος
valiant
τολμηρός
valiant
ανδρείος
valiant
γενναίος
valiant
θαυμαστός
valiant
υπερήφανος
valiantly
γενναία
valiantly
ανδρείως
valid
έγκυρος
valid
αποδεκτός
validate
επικυρώνω
validity
εγκυρότητα
valine
βαλίνη
valkyrie
βαλκυρία
Valle d'Aosta
Κοιλάδα της Αόστα
Valle d'Aosta
Κοιλάδα της Αόστης
Valletta
Βαλέτα
valley
κοιλάδα
Valley of the Sun
Η κοιλάδα του ήλιου
valuable
πολύτιμος
valuable
τιμαλφές
value
αξία
value
αξία
value
τιμή
value added tax
φόρος προστιθέμενης αξίας
valve
βαλβίδα
vampire
βαμπίρ
vampire
βρικόλακας
vampire
δράκουλας
vampire
βαμπίρ
vampire
νυχτερίδα
vampire bat
νυχτερίδα
vampirism
βαμπιρισμός
van
φορτηγάκι
van
βαγόνι
Van Gogh
βαν Γκογκ
vanadinite
βαναδινίτης
vanadium
βανάδιο
Vancouver
Βανκούβερ
Vancouver
Βανκουβέριο
Vandal
Βάνδαλος
vandal
βάνδαλος
vandal
βανδαλιστής
Vandalic
βανδαλικός
Vandalic
βανδαλική
vandalise
βανδαλίζω
vandalism
βανδαλισμός
Vänern
Βένερν
Vanessa
Βανέσσα
vanguard
εμπροσθοφυλακή
vanguard
πρωτοπορία
vanguard
αβάν-γκαρντ
vanilla
απλός
vanilla
βασικός
vanilla
κανονικός
vanilla
βανίλια
vanillin
βανιλίνη
vanish
εξαφανίζομαι
vanity
ματαιοδοξία
vanity press
εκδόσεις επί πληρωμή
vanquish
καταβάλλω
Vantaa
Βάνταα
Vanuatu
Βανουάτου
vape
ατμίζω
vaper
ατμιστής
vapor
ατμός
Varangian
Βάραγγος
Varangian
Βαράγγειοι
varia lectio
διαφορετική γραφή
variable
άστατος
variable
ευμετάβλητος
variable
ευμετάβολος
variable
μεταβλητός
variable
μεταβλητή
variable
μεταβλητή
variable star
μεταβλητός αστέρας
variant
παραλλαγή
variation
παραλλαγή
varicose vein
κιρσός
varied
ποικίλος
variegated
ποικίλος
various
διάφορος
Varna
Βάρνα
Varus
Ούαρος
vascular
αγγειακός
vase
βάζο
vase
ανθοδοχείο