English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“W” Words

waddle
παραπατώ
waddle
πηγαίνω σαν πάπια
Wadjet
Βουτώ
wafer
γκοφρέτα
wafer
δισκίο πυριτίου
waffle
βάφλα
waffle iron
βαφλιέρα
wag
κουνώ
wage
μισθός
wage
μεροκάματο
wager
στοίχημα
Wagner
Αμαξουργóς
Wagner
Βάγκνερ
wagon
άμαξα
wagon
βαγόνι
wagoner
αμαξάς
wagoner
καροτσέρης
wagoner
αμαξηλάτης
wagtail
σουσουράδα
waist
μέση
waistband
μέση
waistcoat
γιλέκο
waistcoat
γελέκο
wait
περιμένω
wait
σερβίρω
waiter
σερβιτόρος
waiter
γκαρσόνι
waiting list
λίστα αναμονής
waiting room
αίθουσα αναμονής
waitress
σερβιτόρα
Wakayama
Γουακαγιάμα
wake up
ξυπνάω
wake up
ξυπνώ
Wakkanai
Γουακκαναϊ
Wales
Ουαλία
walk
περπατάω
walk
περπατώ
walker
πεζοπόρος
walker
περιπατητής
walking dictionary
κινητή εγκυκλοπαίδεια
walking stick
μπαστούνι
walkman
γουόκμαν
walkthrough
περιδιάβαση
walkway
δίοδος
walkway
διάδρομος
wall
τείχος
wall
τοίχος
wall
τοίχος
wall
τοίχος
wall
τοίχωμα
wall plug
ούπα
wall plug
ούπατ
wall plug
πρίζα
wall plug
ρευματοδότης
wall socket
ρευματοδότης
wall-painting
τοιχογραφία
Wallachia
Βλαχία
Wallachian
Βλάχος
wallet
πορτοφόλι
Wallis and Futuna
Βαλίς και Φουτούνα
Wallis and Futuna
Ουάλλις και Φουτούνα
Wallonia
Βαλλωνία
wallow
κυλιέμαι
wallpaper
ταπετσαρία
wallpaper
ταπετσαρία
wallpaper
φόντο
walls have ears
και οι τοίχοι έχουν αυτιά
walnut
καρυδιά
walnut
καρύδι
walnut
καρύδι
walnut
καρυδί
Walpurgis night
βαλπούργεια νύχτα
walrus
θαλάσσιος ίππος
walrus
οδόβαινος
Walter
Γουόλτερ
Walter
Γουώλτερ
waltz
βαλσάρω
WAN
ΔΕΠ
wan
ωχρός
wander
τριγύρισμα
wander
τριγυρίζω
wander
τριγυρνώ
wandering
περιπλανώμενος
Wandering Jew
Περιπλανώμενος Ιουδαίος
wanderlust
ταξιδομανία
wanderlust
φιλαποδημία
want
θέλω
wapiti
μεγάλη έλαφος
wapiti
μεγάλο ελάφι
waqf
βακούφι
war
πόλεμος
war
αγώνας
war
μάχη
war
πόλεμος
war correspondent
πολεμικός ανταποκριτής
war crime
έγκλημα πολέμου
war criminal
εγκληματίας πολέμου
war memorial
μνημείο του πολέμου
war of religion
θρησκευτικός πόλεμος
War of the Sicilian Vespers
Πόλεμος του Σικελικού Εσπερινού
warbler
υπολαΐδα
ward
τμήμα
ward
τομέας
wardrobe
γκαρνταρόμπα
wardrobe
ενδυματολόγιο
wardrobe
κοστούμια
wardrobe
ντουλάπα
wardrobe
ιματιοθήκη
wardrobe
ενδυματοθήκη
wardrobe
γκαρνταρόμπα
warehouse
αποθήκη
warehouse
αποθηκεύω
warfare
εχθροπραξία
warfare
πόλεμος
warfare
εχθροπραξίες
warfare
πάλη
warfare
σύρραξη
warhead
εκρητική κεφαλή
warlike
πολεμοχαρής
warlike
φιλοπόλεμος
warlike
θούριος
warlike
πολεμικός
warlord
πολέμαρχος
warm
ζεστός
warm front
θερμό μέτωπο
warm up
προθερμαίνω
warm-up
προθέρμανση
warmonger
πολεμοκάπηλος
warn
προειδοποιώ
warning
προειδοποίηση
warrant
ένταλμα
warrant officer
ανθυπασπιστής
warrant officer class 2
επιλοχίας
warranty
εγγύηση
warring
εμπόλεμος
warrior
μαχητής
warrior
πολεμιστής
warrior
μαχητής
Warsaw
Βαρσοβία
Warsaw Pact
Σύμφωνο της Βαρσοβίας
Warsaw Uprising
εξέγερση της Βαρσοβίας
warship
πολεμικό πλοίο
warship
πολεμικό
wart
κρεατοελιά
wart
ακροχορδώνα
wart
μυρμηγκιά
warthog
φακόχοιρος
Warwick
Γουόρικ
wary
επιφυλακτικός
wasabi
γουασάμπι