English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“W” Words

weapon
όπλο
weapon of mass destruction
όπλο μαζικής καταστροφής
weaponry
οπλισμός
wear
φορώ
wear out
εξαντλώ
wear out
λιώνω
wear out
λιώνω
wearable
φορετός
weary
κουρασμένος
weasel
νυφίτσα
weasel
ανέμη
weather
στοιχεία
weather
καιρός
weather station
μετεωρολογικός σταθμός
weather the storm
τη βγάζω καθαρή
weather vane
ανεμοδείκτης
weather-beaten
ανεμοδαρμένος
weathercock
ανεμοδείκτης
weave
ύφανση
weave
υφαίνω
weaver
υφαντής
weaver
υφάντρια
weaving
ύφανση
web
δίκτυο
web
ιστός
web
δίχτυ
web
ιστός
web
πλέγμα
web
νηκτική μεμβράνη
web
Διαδίκτυο
web
Ιστός
web application
εξυπηρετητής περιεχομένου
web browser
περιηγητής
web browser
πρόγραμμα περιήγησης
web browser
φυλλομετρητής
web colors
Διαδικτυακά Χρώματα
web conference
ιστοδιάσκεψη
web page
ιστοσελίδα
web scraping
ιστοσυγκομιδή
web server
εξυπηρετητής περιεχομένου
Web service
υπηρεσία Web
Web service
υπηρεσία Ιστού
weber
βέμπερ
webinar
ιστοσεμινάριο
webography
διαδικτυογραφία
webography
δικτυογραφία
website
ιστότοπος
website
ιστοχώρος
wed
παντρεύω
wed
παντρεύομαι
wedding
γάμος
wedding dress
νυφικό
wedding ring
βέρα
wedge
σφήνα
wedge
σμήνος
wedgelike
σφηνοειδής
Wednesday
Τετάρτη
wee
μικρούτσικος
wee
τοσοσδά
wee
πιπί
wee
τσίσα
wee
κάνω τσίσα
wee
κατουράω
wee-wee
πουλάκι
weed
ζιζάνιο
weed
αγριόχορτο
weed
χόρτο
weed
μαύρο
weed
φούντα
week
εβδομάδα
week
επταήμερο
week
εφταήμερο
weekday
καθημερινή
weekend
σαββατοκύριακο
weekly
εβδομαδιαίος
weekly
εβδομαδιαία
weekly
εβδομαδιαίως
weep
κλαίω
weeping and wailing and gnashing of teeth
ὁ κλαυθμὸς καὶ ὁ βρυγμὸς τῶν ὀδόντων
weeping willow
ιτιά η κλαίουσα
weever
δράκαινα
weevil
βρούχος
weigh
ζυγίζω
weighbridge
γεφυροπλάστιγγα
weighing machine
ζυγός
weight
βάρος
weight
βάρη
weight
βάρος
weight
σταθμά
weight
ζύγι
weight
σταθμίον
weight loss
αδυνάτισμα
weightless
αβαρής
weightlifter
αρσιβαρίστας
weightlifting
άρση βαρών
Weimar Republic
Δημοκρατία της Βαϊμάρης
weird
περίεργος
weirdo
ανώμαλος
weirdo
παράξενος
welcome
ευπρόσδεκτος
welcome
καλώς ορίσατε
welcome
καλώς ορίσατε
welcome
καλώς ήρθατε
welcome
καλώς ήρθες
welcome
καλώς όρισες
welcome
καλωσόρισμα
welcome
υποδοχή
welcome
καλωσόρισμα
welcome
υποδέχομαι
welcome
καλωσορίζω
welcome
υποδέχομαι
weld
οξυγονοκολλώ
weld
συγκολλώ
welding
συγκόλληση
welfare
ευημερία
welfare
πρόνοια
welfare
πρόνοια
welfare state
κράτος πρόνοιας
welkin
στερέωμα
well
υγιής
well
γερός
well
καλός
well
καλά
well
καλώς
well
εντελώς
well
πλήρως
well
αρκετά
well
καλά
well
πολύ
well
καλά
well
για δες
well
ωραία
well
λοιπόν
well
που λες
well
πηγάδι
well
αστείρευτη πηγή
well
νερομάνα
well
αναβλύζω
well and truly
απολύτως
well and truly
εντελώς
well and truly
πέρα για πέρα
well begun is half done
η αρχή είναι το ήμισυ του παντός
well done
καλοψημένος
well done
μπράβο
well done
εύγε
well done
συγχαρητήρια
well-being
ευζωία
well-being
καλοπέραση
well-built
γεροδεμένος
well-built
εύρωστος