English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“D” Words

d.
απεβ.
Da Nang
Ντα Νανγκ
dab
άγγιγμα
dab
μάστορας
dab
λιμάνδη η κοινή
dab
μικροποσότητα
dace
ασπρόψαρο
dace
κέφαλος
Dacia
Δακία
dactyl
δάκτυλος
dactylic
δακτυλικός
dactylography
δακτυλοσκοπία
dad
μπαμπάς
dad joke
κρύο ανέκδοτο
dadaism
ντανταϊσμός
Daedalus
Δαίδαλος
Daegu
Ντέγκου
daemon
δαίμονας
daemon
δαίμων
daffodil
νάρκισσος
Dafni
Δάφνη
Dafni
Δάφνι
Dagestan
Νταγκεστάν
dagger
εγχειρίδιο
dagger
στιλέτο
dagger
ξιφίδιο
dagger
οβελίσκος
dahlia
ντάλια
Dahomey
Δαχομέη
daikon
νταϊκόν
daily
καθημερινός
daily
εφήμερος
daily
καθημερινά
daily
ημερησίως
daily
κάθε μέρα
daily bread
επιούσιος
dairy
γαλακτοκομικός
dairy
γαλακτοκομείο
dairy
γαλακτοκομικά
dairy
γαλακτοπωλείο
dais
εξέδρα
daisy
μαργαρίτα
Dakar
Ντακάρ
Dalai Lama
Δαλάι Λάμα
Dallas
Ντάλλας
dalliance
ερωτοτροπία
dalliance
χαριεντισμός
dalliance
χασομέρι
Dalmatian
δαλματικός
Dalmatian
Δαλμάτης
Dalmatian
Δαλμάτισσα
dalton
ντάλτον
Daltonism
αχρωματοψία
Daltonism
δαλτονισμός
Daltonism
αχρωματοψία
dam
φράγμα
damage
ζημιά
damage
ζημία
damaged
κατεστραμμένος
damaged
σκάρτος
damaged
ταλαιπωρημένος
damages
αποζημίωση
Damascus
Δαμασκός
damask
δαμασκηνί
damask
δαμάσκο
Damian
Δαμιανός
Damietta
Δαμιέτη
dammit
γαμώ το
dammit
γαμώτο
dammit
διάβολε
dammit
διάολε
dammit
να πάρει ο διάβολος
dammit
να πάρει ο διάολος
damn it
ανάθεμά το!
damn it
γαμώτο!
damn it
να πάρει!
damnation
κολασμός
damned
καταραμένος
damp
νοτερός
damp
αποθαρρυμένος
damp
νότος
damp
υγρασία
damp
αποθάρρυνση
damp
νοτίδα
damson
αγριοδαμάσκηνο
dana
γενναιοδωρία
dana
ελεημοσύνη
dance
χορός
dance
χορεύω
dance floor
πίστα
Dancer
Ορχηστρίς
dancer
χορευτής
dancer
χορεύτρια
dancer
χορεύτρια
dandelion
αγριοραδίκι
dandelion
αγριοράδικο
dandle
ταχταρίζω
dandruff
πιτυρίδα
Dane
Δανός
Dane
Δανή
Danelaw
Nτέινλο
danger
κίνδυνος
dangerous
επικίνδυνος
dangerously
επικίνδυνα
dangerously
επικινδύνως
Daniel
Δανιήλ
Daniel
Ντάνιελ
Daniel
Ντάνιελ
Daniel
Δανιήλ
Danish
δανικός
Danish
δανέζικος
Danish
δανικά
Danish
δανέζικα
Dante
Δάντης
Dantesque
δάντειος
Dantesque
δαντικός
dantrolene
δαντρολένη
Danube
Δούναβης
Danzig
Ντάντσιχ
Daphne
Δάφνη
Dardanelles
Δαρδανέλια
Dardanelles
Δαρδανέλλια
dare
τολμώ
daredevil
παράτολμος
daredevil
ριψοκίνδυνος
Dari
νταρί
Darius
Δαρείος
dark
σκοτεινός
dark
σκούρος
dark
σκούρος
dark
σκοτεινός
dark
σκοτάδι
dark
σούρουπο
dark blue
σκούρο μπλε
dark chocolate
μαύρη σοκολάτα
dark chocolate
σκούρη σοκολάτα
dark chocolate
σοκολάτα υγείας
dark energy
σκοτεινή ενέργεια
dark horse
σιγανό ποτάμι
Dark Knight
Σκοτεινός Ιππότης
dark matter
σκοτεινή ύλη
dark red
σκουροκόκκινος
dark tourism
σκοτεινός τουρισμός
darkly
μυστηριωδώς
darkness
σκοτάδι
darkness
έρεβος
darkness
ζόφος
darkroom
σκοτεινός θάλαμος
darling
λατρεμένος
darling
πολυαγαπημένος