English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“A” Words

agoraphobia
αγοραφοβία
agoraphobic
αγοραφοβικός
agoraphobic
αγοραφοβικός
Agra
Άγκρα
agrammatism
αγραμματισμός
agrarian
αγροτικός
agree
συμφωνώ
agreement
συμφωνία
agreement
συμφωνία
agreement
συνθήκη
agreement
συμφωνητικό
agricultural
γεωργικός
agriculturalism
αγρoτισμός
agriculture
γεωργία
Agrigento
Αγκριτζέντο
Agrinio
Αγρίνιο
Ağrı
Άγρι
agrobacterial
αγροβακτηρικός
agrobacterium
αγροβακτήριο
agrobiology
αγροβιολογία
agrobiotechnological
αγροβιοτεχνικός
agrochemistry
αγροχημεία
agrochemistry
γεωργική χημεία
agroecology
αγροοικολογία
agroecosystem
αγροοικοσύστημα
agrofuel
αγροκαύσιμο
agroindustry
αγροβιομηχανία
agroindustry
αγροβιοτεχνία
agronomic
αγρονομικός
agronomist
αγρονόμος
agronomist
γεωπόνος
agronomy
αγρονομία
agrostology
αγρωστολογία
agrypnia
αγρυπνία
agrypnia
αγρύπνια
ague
ρίγη
ah
α
ah
α
ah
ω
aha
αχά
Ahasuerus
Αρταξέρξης
ahem
γκουχ
ahem
γκούχου
Ahmed
Αχμάντ
Ahmed
Αχμέντ
Ahura Mazda
Αχουραμάσδα
Ahura Mazda
Ωρομάζης
AI
ΤΝ
AI
τεχνητή γονιμοποίηση
Aichi
Άιτσι
aid
αρωγή
aide-de-camp
υπασπιστής
Aidos
Αιδώς
AIDS
AIDS
Aigaleo
Αιγάλεω
Aigaleo
όρος Αιγάλεω
Aigio
Αίγιο
ailanthus
αΐλανθος
ailanthus
αείλανθος
aileron
πηδάλιο κλίσης
ailment
αρρώστια
ailment
ασθένεια
ailment
νόσος
ailment
πάθηση
ailuro-
αιλουρο-
ailurophile
αιλουρόφιλη
ailurophile
αιλουρόφιλος
ailurophobia
αιλουροφοβία
aim
σημάδι
aim
σκόπευση
aim
στόχος
aim
σκοπός
aioli
αγιολί
air
αέρας
air
αήρ
air
μελωδία
air
σκοπός
air base
αεροπορική βάση
air carrier
αερομεταφορέας
air chief marshal
πτέραρχος
air cleaner
αεροκαθαριστήρας
air commodore
ταξίαρχος
air conditioner
κλιματιστικό
air conditioning
κλιματισμός
air conditioning
κλιματισμός
air conditioning
κλιματιστικό
air corridor
αεροδιάδρομος
air duct
αεραγωγός
air force
πολεμική αεροπορία
air force
αεροπορία
air gun
αεροβόλο
air hammer
αερόσφυρα
air line
αεροσωλήνας
air marshal
αντιπτέραρχος
air navigation
αεροπλοΐα
air one's dirty laundry in public
τα εν οίκω μη εν δήμω
air pollution
ατμοσφαιρική ρύπανση
air raid
αεροπορική επιδρομή
air strike
αεροπορική επίθεση
air taxi
αεροταξί
air terminal
αεροσταθμός
air ticket
αεροπορικό εισιτήριο
air traffic
εναέρια κυκλοφορία
air traffic control
έλεγχος εναέριας κυκλοφορίας
air traffic controller
ελεγκτής εναέριας κυκλοφορίας
air vice-marshal
υποπτέραρχος
air-condition
κλιματίζω
air-conditioned
κλιματιζόμενος
airan
αριάνι
airan
αϊράνι
airbag
αερόσακος
airball
αίρμπολ
airborne
αερογενής
airborne
αερομεταφερόμενος
airbrake
αερόφρενο
aircraft
αεροσκάφος
aircraft carrier
αεροπλανοφόρο
airfield
αεροδρόμιο
airfoil
αεροτομή
airhead
αερογεφύρωμα
airline
αερογραμμή
airliner
αεροπλάνο της γραμμής
airman
πιλότος
airman
πλοηγός
airman
αεροπόρος
airplane
αεροπλάνο
airplane
αεροσκάφος
airport
αεροδρόμιο
airport
αερολιμένας
airspace
(εθνικός) εναέριος χώρος
airtight
αεροστεγής
airtight
αρραγής
airtightness
αεροστεγανότητα
airy
αεράτος
aisle
διάδρομος
aitch
έιτς
Ajaccio
Αγιάτσο
Ajaccio
Αζαξιό
Ajaccio
Αιάκειο
Ajax
Αίαντας
Ajman
Αϊμάν
Akathistos
Ακάθιστος
akçe
άσπρο
Akkadian
ακκαδικός
Akkadian
Ακκάδια
Akkadian
Ακκάδιος
Akkadian
ακκαδικά
Akrotiri and Dhekelia
Ακρωτήρι και Δεκέλεια
al dente
αλ ντέντε
Al Hoceima
Αλ Χοσέιμα