English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“B” Words

bident
δίκρανο διπλό
bidet
μπιντές
bidirectional
αμφίδρομος
bidon
μπιτόνι
Bielefeld
Μπίλεφελντ
biennial
διετής
biennium
διετία
bifurcate
διακλαδώνομαι
big
μεγάλος
Big Apple
Μεγάλο Μήλο
Big Bad Wolf
Κακός Λύκος
Big Bang
Μεγάλη Έκρηξη
big bang
Μεγάλη Έκρηξη
Big Ben
Μπιγκ Μπεν
Big Brother
Μεγάλος Αδελφός
Big Crunch
Μεγάλη Σύνθλιψη
big deal
σιγά τ' αβγά
big deal
σιγά τον πολυέλαιο
Big Mac
Μπιγκ Μακ
big screen
μεγάλη οθόνη
big toe
μεγάλο δάκτυλο του ποδιού
Biga
Τρωάδα
bigamist
δίγαμος
bigamous
δίγαμος
bigamy
διγαμία
biggish
μεγαλούτσικος
bighead
κεφάλα
bigot
μισαλλόδοξος
bigoted
φανατικός
bigotry
μισαλλοδοξία
Bihar
Μπιχάρ
bijection
αμφιμονοσήμαντη αντιστοιχία
bijective
αμφιμονοσήμαντος
Bijelo Polje
Μπιέλο Πόλιε
bike
ποδήλατο
bike
μοτοσυκλέτα
bike
μηχανάκι
bike
μηχανή
biker
μηχανόβια
biker
μηχανόβιος
bikini
μπικίνι
bilabial
διπλοχειλικός
bilabial
διχειλικός
bilaterally
αμφίπλευρα
bilaterally
διμερώς
Bilbao
Μπιλμπάο
bilberry
μύρτιλο
bile
χολή
bile duct
χολαγγείο
bilge
σεντίνα
bilge
σεντινόνερο
Bilhah
Βαλλά
Bilhorod-Dnistrovskyi
Μαυρόκαστρον
Bilhorod-Dnistrovskyi
Οφιούσσα
Bilhorod-Dnistrovskyi
Τύρας
Bilhorod-Dnistrovskyi
Ἀσπρόκαστρον
bilingual
δίγλωσσος
bilirubin
χολερυθρίνη
biliteral
διγράμματος
Bill
Μπιλ
bill
λογαριασμός
bill
συναλλαγματική
bill
ράμφος
bill
αφίσα
bill
διαφήμιση
bill
νομοσχέδιο
bill
εγκλητήριο
bill
κατηγορητήριο
bill
λογαριασμός
bill
τιμολόγιο
bill
αποστέλλω λογαριασμό
bill
εκδίδω λογαριασμό
bill
εκδίδω τιμολόγιο
bill
χαϊδολογιέμαι
bill of exchange
συναλλαγματική
billet
σημείωμα
billiards
μπιλιάρδο
billion
δισεκατομμύριο
billion
τρισεκατομμύριο
billionaire
δισεκατομμυριούχος
Billy
Μπίλι
billy goat
τράγος
billy goat
τραγί
Bilohirsk
Μπιλοχίρσκ
bimbo
χαζογκόμενα
bimester
δίμηνο
bimetallism
διμεταλλισμός
bin
κάδος απορριμμάτων
bin
κάδος
binary
δυαδικός
binary
διττός
binary
δυαδικό
binary logarithm
δυαδικός λογάριθμος
binary operation
δυαδική πράξη
binary operator
δυαδικός τελεστής
binary star
διπλός αστέρας
binary tree
δυαδικό δέντρο
bind
δένω
bind
βιβλιοδετώ
binder
αχυροδετική μηχανή
binge
κραιπάλη
binge eating
αδηφαγία
binge eating disorder
ευκαιριακή άμετρη κατανάλωση διαταραχή
binnacle
πυξιδοθήκη
binoculars
κιάλια
binoculars
διόπτρες
binomial
διώνυμο
binomial nomenclature
διώνυμη ονοματολογία
bio-
βιο-
biobank
βιοτράπεζα
biochemist
βιοχημικός
biochemistry
βιοχημεία
biochronology
βιοχρονολόγηση
bioclimatic
βιοκλιματικός
bioclimatology
βιοκλιματολογία
biocompatibility
βιοσυμβατότητα
biodegradable
βιοαποικοδομήσιμος
biodegradable
βιοδιασπάσιμος
biodiversity
βιοποικιλότητα
biodynamic
βιοδυναμικός
bioethical
βιοηθικός
bioethics
βιοηθική
biofuel
βιοκαύσιμο
biogenesis
βιογένεση
biogenesis
βιογονία
biogeochemist
βιογεωχημικός
biogeography
βιογεωγραφία
biographer
βιογράφος
biography
βιογραφία
biohydrogen
βιοϋδρογόνο
bioinformatics
βιοπληροφορική
biokinetics
βιοκινητική
biolinguist
βιογλωσσολόγος
biological
βιολογικός
biological immortality
βιολογική αθανασία
biologist
βιολόγος
biology
βιολογία
biomagnetism
βιομαγνητισμός
biomarker
βιοδείκτης
biomass
βιομάζα
biomaterial
βιοϋλικό
biomedical
βιοϊατρικός
biomedicine
βιοϊατρική
biometeorology
βιομετεωρολογία
biometry
βιομετρία
biomolecular
βιομοριακός
biomolecule
βιομόριο
bionic
βιονικός
bionics
βιονική
biophysical
βιοφυσικός