English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“C” Words

cast
νάρθηκας
cast pearls before swine
μαργαρίτας τοις κυσίν
castanet
καστανιέτα
caste
κάστα
castellan
καστελάνος
castellan
πυργοδεσπότης
caster
καρούλι
Castile
Καστίλλη
Castile soap
σαπούνι Καστίλλης
Castilian
καστιλλιάνικος
Castilian
Καστιλλιάνα
Castilian
Καστιλλιάνος
Castilian
καστιλλιάνικα
Castilla-La Mancha
Καστίλλη-Λα Μάντσα
castle
κάστρο
castle
φρούριο
Castor
Κάστωρ
castor oil
καστορέλαιο
castor oil
ρετσινόλαδο
castoreum
καστόριο
castrate
ευνουχίζω
castrated
ευνουχισμένος
castrated
ευνούχος
castration
ευνουχισμός
castrato
εκτομίας
castrato
καστράτος
castrator
ευνουχιστής
Castries
Κάστρις
Castro
Κάστρο
casual
τυχαίος
casual
περιστασιακός
casual
απρόβλεπτος
casual sex
περιστασιακή συνουσία
casualty
επείγοντα περαστικά
casualty
τμήμα επειγόντων περαστικών
casuistic
καζουιστικός
casus belli
αφορμή πολέμου
cat
αίλουρος
cat
αιλουροειδές
cat
γάτα
cat
γάτα
cat
γάτος
cat flap
γατόπορτα
cat food
γατοτροφή
catabolism
καταβολισμός
cataclysm
κατακλυσμός
cataclysmic
κατακλυσμιαίος
cataclysmic
κατακλυσμικός
catacomb
κατακόμβη
Catalan
καταλανικός
Catalan
καταλανικά
Catalan
Καταλανός
Catalan
Καταλανή
Catalan
καταλανικά
Catalan solid
Καταλανικό στερεό
Catalanness
καταλανικότητα
catalepsy
καταληψία
cataleptic
καταληπτικός
catalogue
κατάλογος
Catalonia
Καταλονία
Catalonia
Καταλωνία
catalysis
κατάλυση
catalyst
καταλύτης
catalytic
καταλυτικός
catalytic converter
καταλύτης
catamaran
καταμαράν
catamaran
δίγαστρο
Catamarca
Καταμάρκα
Catania
Κατάνια
Catanzaro
Καταντζάρο
cataphora
καταφορά
cataphract
κατάφρακτος
cataphract
κατάφρακτος
catapult
καταπέλτης
cataract
καταρράκτης
Cataractonium
Καταρακτόνιο
Cataractonium
Κατουρακτόνιο
catastrophe
καταστροφή
catastrophe
όλεθρος
catastrophe
καταστροφή
catastrophe
έκβαση
catastrophically
καταστροφικά
catathrenia
καταθρηνία
catatonia
κατατονία
catch
πιάνω
catcher
πιάστης
catchment
λεκάνη
catchment basin
λεκάνη απορροής
catchy
πιασάρικος
catechism
κατήχηση
catechist
κατηχητής
categorization
κατάταξη
categorization
κατηγοριοποίηση
categorization
ταξινόμηση
categorize
κατηγοριοποιώ
categorize
ταξινομώ
category
κατηγορία
cater-corner
διαγωνίως
cater-corner
διαγώνια
caterpillar
κάμπια
caterpillar
ερπυστριοφόρος ελκυστήρας
caterpillar
κάμπια
caterpillar track
ερπύστρια
catfish
γατόψαρο
Cathar
καθαρή
Cathar
καθαρός
catharsis
κάθαρση
cathedral
καθεδρικός ναός
cathedral
μητρόπολη
cathedral
επισκοπή
cathedral
καθεδρικός ναός
cathedral
μητρόπολη
Catherine
Αικατερίνη
Catherine
Κατερίνα
Catherine
Κάθριν
catheter
καθετήρας
catheterization
καθετηριασμός
Catholic
καθολικός
Catholic
καθολική
Catholic
ρωμαιοκαθολική
Catholic
ρωμαιοκαθολικός
Catholic
καθολικός
Catholic
καθολική
Catholic Church
Καθολική Εκκλησία
Catholicism
καθολικισμός
cation
κατιόν
catkin
ίουλος
catkin
ανθήλη
catnap
υπνάκος
cattle
κοπάδι
cattle
βοοειδή
cattle
βόδια
cattle
πρόβατα
Caucasian
καυκασιανός
Caucasian
Καυκάσια
Caucasian
Καυκάσιος
Caucasus
Καύκασος
caught with one's pants down
ξεβράκωτος στ' αγγούρια
cauldron
καζάνι
cauldron
χύτρα
cauliflower
κουνουπίδι
caulk
καλαφατίζω
caulker
καλαφάτης
caulker
καλαφατιστήρι
caulking
διάναξη
caulking iron
καλαφατικό
causality
αιτιότητα
causative
αίτιος
cause
αιτία
cause
λόγος