English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“D” Words

decoy
δόλωμα
decoy
δελεάζω
decrease
λιγοστεύω
decrease
μειώνομαι
decrease
μειώνω
decrease
ελαττώνω
decriminalization
αποποινικοποίηση
decriminalize
αποποινικοποιώ
decrypt
αποκρυπτογραφώ
decryption
αποκρυπτογράφηση
dedicated
αποκλειστικός
dedicated
εξειδικευμένος
dedication
αφιέρωση
deduction
αφαίρεση
deduction
παρακράτηση
deduction
παραγωγή
deduction
παραγωγικός λογισμός
deduction
συμπέρασμα
deductive
παραγωγικός
dee
ντι
deed
πράξη
deed
συμβολαιογραφική πράξη
deed
συμβόλαιο
deem
θεωρώ
deep
βαθύς
deep blue
βαθύ μπλε
deep down
κατά βάθος
deep learning
βαθιά μάθηση
deep state
κράτος εν κράτει
deep-fry
τηγανίζω
deeply
βαθιά
deer
ελάφι
deer
ζαρκάδι
deer
άλκη
deer
δορκάδα
deerhound
ελαφοθήρας κύων
deerhound
ελαφόσκυλο
defamation
συκοφαντία
defamation
δυσφήμιση
defamation
συκοφαντική δυσφήμιση
defamatory
συκοφαντικός
defamatory
δυσφημιστικός
defame
λιβελλογραφώ
defame
συκοφαντώ
defame
κακολογώ
defame
συκοφαντώ
defang
ξεδοντιάζω
default
προεπιλεγμένος
default
προεπιλογή
defeasance
αντέγγραφο
defeat
ήττα
defeat
νικώ
defeat
τσακίζω
defeat
καταρρέω
defeat
συντρίβω
defeat
ματαιώνω
defeatism
ηττοπάθεια
defecate
αφοδεύω
defecation
αφόδευση
defecation
κένωση
defect
ελάττωμα
defect
αποσκιρτώ
defect
αυτομολώ
defective
ελαττωματικός
defective
ελλειπτικός
defective verb
ελλειπτικό ρήμα
defector
αυτόμολος
defend
υπερασπίζομαι
defend
αμύνομαι
defend
υπεραμύνομαι
defendant
κατηγορούμενος
defendant
εναγομένη
defendant
εναγόμενος
defendant
κατηγορουμένη
defender
υπερασπιστής
defenestration
εκπαραθύρωση
defense
άμυνα
defensive
αμυντικός
defensively
αμυντικά
deference
σεβασμός
deferential
ευλαβικός
deferential
ευπειθής
deferred
αναβαλλόμενος
defibrillation
απινίδωση
defibrillator
απινιδωτής
deficiency
ανεπάρκεια
deficit
έλλειμμα
defile
δερβένι
defile
παρέλαση
defile
βεβηλώνω
defile
λερώνω
defile
μαγαρίζω
defile
μολύνω
defile
ρυπαίνω
definite
καθορισμένος
definite
σαφής
definite
ξεκάθαρος
definite
οριστικός
definite article
οριστικό άρθρο
definition
ορισμός
deflation
αποπληθωρισμός
deflea
ψυλλίζω
deflower
διακορεύω
deflower
ξεπαρθενιάζω
defoliation
φυλόρροια
deforestation
αποψίλωση
defragmentation
ανασυγκρότηση
defragmentation
αποκερματισμός
defrock
αποσχηματίζω
defrocking
αποχειροτονία
degradable
αποικοδομήσιμος
degradation
υποβάθμιση
degradation
εξαθλίωση
degradation
ξεπεσμός
degradation
υποβιβασμός
degradation
εκφυλισμός
degradation
αποσάθρωση
degraded
υποβαθμισμένος
degree
δίπλωμα
degree
πτυχίο
degree
μοίρα
degree
βαθμός
degree
βαθμός
degree
μοίρα
degree
βαθμός
degree Celsius
κλίμακα Κελσίου
degree of comparison
βαθμός του επιθέτου
degrowth
αποανάπτυξη
dehellenisation
αφελληνισμός
dehellenise
αφελληνίζω
dehorn
αποκερατώνω
dehumanization
απανθρωποποίηση
dehumidifier
αφυγραντήρας
dehydration
αφυδάτωση
dehydrogenase
αφυδρογονάση
Deianira
Δηιάνειρα
deicide
θεοκτονία
deicide
θεοκτόνος
deification
αποθέωση
deification
θεοποίηση
deify
θεοποιώ
deign
καταδέχομαι
Deimos
Δείμος
deindustrialization
αποβιομηχάνιση
Deirdre
Ντέιρντρε
deism
ντεϊσμός
deity
θεότητα
déjà vu
προμνησία
déjà vu
ντεζά βυ
Delaware
Ντέλαγουερ