English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“D” Words

dervish
δερβίσης
dervish
ντερβίσης
Des Moines
Ντε Μόιν
desalinate
αφαλατώνω
desalinate
ξαρμυρίζω
desalination
αφαλάτωση
Descartes
Καρτέσιος
descend
κατεβαίνω
descendant
απόγονος
describe
περιγράφω
description
περιγραφή
descriptivism
περιγραφική γλωσσολογία
desecrate
βεβηλώνω
desecration
βεβήλωση
desensitization
απευαισθητοποίηση
desert
έρημος
desert
λιποτακτώ
desert
εγκαταλείπω
desert island
ερημονήσι
desert island
ερημόνησο
deserter
λιποτάκτης
desertification
ερημοποίηση
desertion
λιποταξία
deserve
αξίζω
desiderative
ευχετικός
Desiderius
Δεσιδέριος
design
σχέδιο
design
σχεδιάζω
designer
σχεδιαστής
designer
σχεδιάστρια
desirable
επιθυμητός
desire
πόθος
desire
επιθυμία
desire
επιθυμία
desire
πόθος
desire
επιθυμώ
desire
επιθυμώ
desire
ποθώ
desk
γραφείο
Deskati
Δεσκάτη
desktop
επιφάνεια εργασίας
desktop
επιτραπέζιος υπολογιστής
desktop computer
επιτραπέζιος υπολογιστής
desktop publishing
επιτραπέζια έκδοση
desolate
έρημος
desolate
ερημωμένος
desolate
παρατημένος
desolate
άγονος
desolate
έρημος
desolate
ακατοίκητος
desolate
ζοφερός
desolate
μελαγχολικός
desolate
απελπιστικός
desolate
ερημώνω
desolate
εγκαταλείπω
desolate
απελπίζω
despair
απελπισία
despair
απόγνωση
despair
απελπίζομαι
desperate
απελπισμένος
despicable
ποταπός
despicable
αχαρακτήριστος
despicable
αχρείος
despite
παρά
Despoina
Δέσποινα
despondency
αθυμία
despondent
άθυμος
despot
δεσπότης
despotism
δεσποτισμός
dessert
επιδόρπιο
dessert
γλυκό
destalinization
αποσταλινοποίηση
destination
προορισμός
destitution
ένδεια
destitution
απορία
destroy
καταστρέφω
destroy
αφανίζω
destroyer
καταστροφέας
destroyer
αφανιστής
destroyer
εξολοθρευτής
destroyer
αντιτορπιλικό
destructible
αφανιστικός
destructible
καταστρέψιμος
destructible
καταστρεπτικός
destructible
φθαρτός
destruction
καταστροφή
destruction
συντριβή
destruction
αφανισμός
destruction
κατάλυση
destruction
κατεδάφιση
destruction
χαλασμός
destruction
καταστροφή
destructive
καταστρεπτικός
destructive
καταστροφικός
destructive
αφανιστικός
destructive
καταλυτικός
detachable
αποσπάσιμος
detachable
αποσπώμενος
detachable
αφαιρούμενος
detached house
μονοκατοικία
detachment
άγημα
detail
λεπτομέρεια
detail
δεδομένα
detail
στοιχεία
detailed
λεπτομερής
detain
καθυστερώ
detain
κρατώ
detain
κατάσχω
detection
ανίχνευση
detective
ντετέκτιβ
detective
ερευνητής
detective
αστυνομικός ερευνητής
detective
ντετέκτιβ
detective
ερευνητής
detective
ιδιωτικός ερευνητής
detective
ερευνήτρια
detective
ιδιωτική ερευνήτρια
detector
ανιχνευτής
detergent
απορρυπαντικό
deteriorate
χειροτερεύω
deterioration
επιδείνωση
determinant
ορίζουσα
determination
αποφασιστικότητα
determine
καθορίζω
determiner
προσδιοριστής
determinism
αιτιοκρατία
determinist
ντετερμινίστρια
determinist
ντετερμινιστής
deterministic
αιτιοκρατικός
deterministically
αιτιοκρατικά
deterrence
αποτροπή
deterrent
αποτρεπτικός
detestable
αξιομίσητος
detour
παράκαμψη
detractor
δυσφημιστής
detrimental
επιβλαβής
Detroit
Ντητρόιτ
Deucalion
Δευκαλίων
deus ex machina
από μηχανής θεός
deuterium
δευτέριο
Deuteronomy
Δευτερονόμιο
deuterostome
δευτεροστόμιο
Deutsche Mark
μάρκο
Devanagari
ντεβανάγκαρι
devastating
συντριπτικός
devastation
αφανισμός
devastation
καταστροφή
devastation
συντριβή
develop
αναπτύσσω
develop
εμφανίζω