English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“E” Words

ecclesiologist
εκκλησιολόγος
ecclesiology
εκκλησιολογία
echidna
έχιδνα
echidna
αγκαθωτός μυρμηγκοφάγος
echinacea
εχινάκεα
echinococcosis
εχινοκοκκίαση
echinococcus
εχινόκοκκος
echinoderm
εχινόδερμο
Echo
Ηχώ
echo
ηχώ
echo
αντηχώ
echo
αντιλαλώ
echo
ηχώ
echograph
ηχογράφος
éclair
εκλέρ
eclampsia
εκλαμψία
eclectic
εκλεκτικός
eclipse
έκλειψη
eclipse
εκλείψη
ecliptic
εκλειπτική
eco-
οικο-
ecological
οικολογικός
ecology
οικολογία
econometrician
οικονομέτρης
econometrics
οικονομετρία
economic
οικονομικός
economic liberalism
οικονομικός φιλελευθερισμός
economic nationalism
οικονομικός εθνικισμός
economical
οικονομικός
economical
οικονόμος
economical
φειδωλός
economical
οικονομικός
economically
οικονομικά
economics
οικονομικά
economies of scale
οικονομίες κλίμακας
economist
οικονομολόγος
economize
οικονομώ
economy
οικονομία
ecosocialism
οικοσοσιαλισμός
ecosystem
οικοσύστημα
ecotourism
οικοτουρισμός
ecotoxicology
οικοτοξικολογία
ecstasy
έκσταση
ecstasy
Έκσταση
ecstatic
εκστατικός
ECT
ΗΣΘ
Ectasian
Εκτάσια
ectopic
έκτοπος
ectopic pregnancy
εξωμήτριος κύηση
ectoplasm
εκτόπλασμα
ectothermic
εξωθερμικός
ectothermic
ψυχρόαιμος
Ecuador
Ισημερινός
Ecuador
Εκουαδόρ
Ecumenical Patriarch
Οικουμενικός Πατριάρχης
ecumenism
οικουμενισμός
edelweiss
εντελβάις
Eden
Εδέμ
Edessa
Έδεσσα
Edgar
Έντγκαρ
edge
άκρη
edge
χείλος
edge
ακμή
edge
κόψη
edge city
μητροπολιτικό προάστιο
Ediacaran
Εδιακαρανική
edible
εδώδιμος
edible
βρώσιμος
edible
φαγώσιμος
edible
εδώδιμα
edible
φαγώσιμα
edict
διάταγμα
edict
χρυσόβουλο
edifice
κτήριο
Edinburgh
Εδιμβούργο
Edirne
Αδριανούπολη
editio princeps
πρώτη έκδοση
edition
έκδοση
editor
συντάκτης
editor
επιμελητής
editor
συντάκτης
editor in chief
αρχισυντάκτης
editor-in-chiefship
αρχισυνταξία
Edmonton
Έντμοντον
Edo
Έντο
Edo
Γέντο
Edom
Εδώμ
Edom
Εδώμ
Edom
Ιδουμαία
Edoni
Ηδωνοί
educate
εκπαιδεύω
educated
μορφωμένος
education
εκπαίδευση
education
μόρφωση
educational
εκπαιδευτικός
educator
εκπαιδευτικός
Edward
Εδουάρδος
Edward
Έντουαρντ
EEA
ΕΟΧ
EEC
ΕΟΚ
eel
χέλι
eelpot
χελοπαγίδα
eeny, meeny, miny, moe
α μπε μπα μπλομ του κίθε μπλομ
eeriness
παραδοξότητα
ef
εφ
efface
αποσβήνω
effect
ισχύς
effect
εφέ
effect
εφφέ
effect
αποτέλεσμα
effect
επίδραση
effect
πραγματοποίηση
effect
φαινόμενο
effect
αποτελώ
effect
εκτελώ
effect
φέρνω αποτέλεσμα
effective
αποτελεσματικός
effectiveness
αποτελεσματικότητα
effectuate
πραγματοποιώ
effectuate
πραγματώνω
effectuate
υλοποιώ
effeminacy
θηλυπρέπεια
effeminate
θηλυπρεπής
effendi
εφέντης
effervesce
αφρίζω
effervescent
αναβράζων
effete
μαλθακός
efficiency
γκαρσονιέρα
efficiency
στούντιο
efflorescence
άνθηση
efflorescence
εξάνθηση
efflorescence
άνθηση
efflorescence
εξάνθημα
effluvium
αναθυμίαση
effort
προσπάθεια
effrontery
θράσος
effusive
διαχυτικός
EFTA
ΕΖΕΣ
Egadi Islands
Αιγάδες νήσοι
Egadi Islands
Αιγούσες νήσοι
Egeria
Ηγερία
egg
αβγό
egg
παίρνω με τ' αβγά
egg
προτρέπω
egg carton
αβγοθήκη
egg of Columbus
το αβγό του Κολόμβου
egg on
παρακινώ
egg salad
αυγοσαλάτα
egg whisk
αβγοδάρτης
egg-shaped
ωοειδής