English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“E” Words

escape
διακόπτω
escape character
χαρακτήρας διαφυγής
escape sequence
ακολουθία διαφυγής
escape velocity
ταχύτητα διαφυγής
eschatological
εσχατολογικός
eschatology
εσχατολογία
eschew
αποφεύγω
escort
συνοδεία
escort
συνοδός
escort
συνοδεύω
escudo
εσκούδο
escudo
σκούδο
escutcheon
θυρεός
ese
ικός
Eskimo
Εσκιμώος
Esmeralda
Εσμεράλδα
esophagitis
οισοφαγίτιδα
esophagoscopy
οισοφαγοσκόπηση
esoteric
εσωτερικός
esoteric
απόκρυφος
esoteric
εσωτερικός
esoteric
μυστικός
esoterism
εσωτερισμός
ESP
ΕΕΑ
espadrille
εσπαντρίγια
especially
ειδικά
Esperantist
εσπεραντιστής
Esperantist
εσπεραντίστρια
Esperanto
Εσπεράντο
espionage
κατασκοπεία
espionage
κατασκοπία
Espoo
Έσποο
espouse
ασπάζομαι
espouse
ενστερνίζομαι
espresso
εσπρέσο
ess
ισσα
ess
ες
essay
δοκίμιο
essay
έκθεση
essay
πραγματεία
essay
σύγγραμα
essayist
δοκιμιογράφος
essential
ουσιαστικός
essential
ουσιώδης
essential
ουσιαστικός
essential
ουσιώδης
essential
στοιχειώδης
essential oil
αιθέριο έλαιο
essentialism
ουσιοκρατία
establish
καθιερώνω
establishment
κατεστημένο
establishment
ίδρυση
establishment
ίδρυμα
establishment
καθεστώς
estate agent
κτηματομεσίτης
estate agent
κτηματομεσίτρια
esteem
εκτίμηση
esteem
υπόληψη
esteem
εκτιμώ
esteem
σέβομαι
esteem
τρέφω εκτίμηση
esteem
τρέφω σεβασμό
esteem
υπολήπτομαι
ester
εστέρας
Esther
Εσθήρ
estimate
εκτίμηση
estimate
υπολογισμός
estimate
εκτιμώ
estimation
εκτίμηση
Estonia
Εσθονία
Estonian
εσθονικός
Estonian
εσθονικά
Estonian
Εσθονός
Estonian
Εσθονή
Estonian
εσθονικά
estrange
αποξενώνω
estrogen
οιστρογόνο
estuary
εκβολή
estuary
κολπίσκος
Eswatini
Εσουατίνι
et al.
κ.ά.
eta
ήτα
etacism
ητακισμός
etc.
κλπ.
etc.
κτλ.
Eteocypriot
Ετεοκυπριακή
eternal
αιώνιος
eternal
παντοτινός
Eternal City
αιώνια πόλη
eternally
αιώνια
eternally
παντοτινά
eternity
αιωνιότης
eternity
αϊδιότης
eternity
αϊδιότητα
ethane
αιθάνιο
ethanol
αιθανόλη
ethanol
αιθυλική αλκοόλη
ethanol
οινόπνευμα
Ethelred
Έθελρεντ
ether
αιθέρας
ether
διαιθυλαιθέρας
ethereal
αιθέριος
ethereal
αέρινος
ethical
ηθικός
ethics
ηθική
Ethiopia
Αιθιοπία
Ethiopian
αιθιοπικός
Ethiopian
Αιθίοπας
ethnic
εθνικός
ethnic cleansing
εθνοκάθαρση
ethno-
εθνο-
ethnocentric
εθνοκεντρικός
ethnocentrism
εθνοκεντρισμός
ethnocultural
εθνοπολιτισμικός
ethnographer
εθνογράφος
ethnographic
εθνογραφικός
ethnographize
ηθογραφώ
ethnography
εθνογραφία
ethnolinguist
εθνογλωσσολόγος
ethnolinguistics
εθνογλωσσολογία
ethnology
εθνολογία
ethnonationalism
επανολίσθηση
ethnophaulism
εθνοφαυλισμός
ethography
ηθογραφία
ethology
ηθολογία
ethos
ήθος
ethyl
αιθύλιο
ethyl formate
μεθανικός αιθυλεστέρας
ethyl formate
μυρμηκικός αιθυλεστέρας
ethyl formate
φορμικός αιθυλεστέρας
ethyne
αιθίνιο
etic
ητικός
etiological
αιτιολογικός
etiquette
εθιμοτυπία
Etna
Αίτνα
Etruria
Τυρρηνία
Etruscan
ετρουσκικός
Etruscan
τυρρηνικός
Etruscan
Ετρούσκος
Etruscan
Ετρουσκική γλώσσα
etymological
ετυμολογικός
etymologically
ετυμολογικά
etymologically
ετυμολογικώς
etymologist
ετυμολόγος
etymology
ετυμολογία
etymon
έτυμο
EU
ΕΕ
Euamerion
Ευαμερίων
Euanthe
Ευάνθη
Euboea
Εύβοια