English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“F” Words

forced
βεβιασμένος
forced labor
καταναγκαστική εργασία
forceps
λαβίδα
Fordism
φορντισμός
forearm
πήχυς
forearm
πήχης
forebrain
πρόσθιος εγκέφαλος
forecast
πρόβλεψη
forecast
προβλέπω
foreclosure
κατάσχεση
forefinger
δείκτης
forefinger
λιχανός
forefront
εμπροσθοφυλακή
forefront
πρωτοπορία
forefront
πρώτη γραμμή
foreground
προσκήνιο
forehead
μέτωπο
foreign
ξένος
foreign
αλλοδαπός
foreign
ξένος
foreign
αλλοεθνής
foreign currency
ξένο νόμισμα
foreigner
αλλοδαπός
foreigner
ξένος
foreigner
ξένη
foreigner
αλλοδαπή
foreignness
ξενικότητα
foreman
εργοδηγός
forensic
δικανικός
forensic
εγκληματολογικός
forensic
ρητορικός
forerunner
προπομπός
forerunner
πρόδρομος
foreshadowing
προοικονομία
foreshock
προσεισμός
foresight
πρόνοια
foresight
στόχαστρο
foreskin
ακροβυστία
forest
δάσος
forest
δρυμός
forest
δάσος
forest fire
αγροτοδασική πυρκαγιά
forest gardening
τεχνητό δάσος
forest ranger
δασοκόμος
forest ranger
δασονόμος
forest ranger
δασοφύλακας
forestall
αποσόβηση
forester
δασοφύλακας
forestry
δασολογία
forestry
δασολογία
forestry
δασοκομία
forestry
δασοπονία
forever
πάντα
forever
αιώνια
foreword
πρόλογος
forfeit
πρόστιμο
forfeit
τίμημα
forfeit
στερούμαι
forfeit
χάνω
forge
σιδηρουργείο
forge
σφυρηλατώ
forge
πλαστογραφώ
forgery
πλαστογραφία
forgery
πλαστογράφηση
forget
ξεχνώ
forget
λησμονώ
forget
ξεχνώ
forget-me-not
μη με λησμόνει
forget-me-not
μυοσωτίς
forgive
συγχωρώ
forgiveness
συγγνώμη
forgiveness
συγχώρεση
forgiving
επιεικής
forgiving
αμνησίκακος
forgiving
ανεκτικός
forgiving
ανεξίκακος
forgiving
συγχωρητικός
forgotten
ξεχασμένος
forint
φιορίνι
fork
δικράνι
fork
πιρούνι
fork
πηρούνι
fork
δίστρατο
fork
δίχαλο
forkful
πιρουνιά
forklift
περονοφόρο
forlorn
έρημος
forlorn
εγκαταλελειμμένος
forlorn
άθλιος
forlorn
έρημος
forlorn
ελεεινός
form
σχήμα
form
φόρμα
form
αίτηση
form
έντυπο
form
ύφος
form
σχηματίζω
form
δημιουργώ
form
σχηματίζομαι
form of government
πολίτευμα
formal
επίσημος
formal
τυπικός
formal language
τυπική γλώσσα
formal system
τυπικό σύστημα
formaldehyde
φορμαλδεΰδη
format
διαμόρφωση
former
πρώην
former Yugoslav Republic of Macedonia
πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας
formerly
πρώην
formerly
προηγουμένως
formerly
προηγούμενος
formic acid
μυρμηκικό οξύ
formidable
αμόρφωτος
formidable
δεινός
formidable
τρομερός
formidable
υπέροχος
formless
άμορφος
formula
τύπος
Formula One
Φόρμουλα 1
formwork
καλούπι
Forro
Φόρο
Forro
Φόρου
forsake
εγκαταλείπω
forsake
απαρνούμαι
forsake
αποκηρύσσω
forsake
παρατώ
forswear
επιορκώ
forswear
ψευδορκώ
forthright
ειλικρινής
forthright
μετά παρρησίας
fortieth
τεσσαρακοστός
fortieth
τεσσαρακοστός
fortieth
τεσσαρακοστό
fortification
οχύρωση
fortification
οχύρωμα
fortitude
γενναιότητα
fortitude
σθένος
fortress
φρούριο
Fortuna
Τύχη
fortunate
τυχερός
fortunate
τυχερός
fortunate
καλότυχος
fortunately
ευτυχώς
fortunately
ευτυχώς
fortunately
για καλή μου τύχη
fortune
τύχη
fortune favors the bold
η τύχη βοηθά τους τολμηρούς
fortune-teller
μάντης
fortune-teller
μάντισσα
fortune-teller
χαρτομάντης