English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“H” Words

hold
λαβή
hold
κρατώ
hold
βάζω σε αναμονή
hold
περιέχω
hold good
αληθεύει
hold one's breath
κρατάω την ανάσα μου
hold one's breath
περιμένω πώς και πώς
hold one's tongue
κρατάω το στόμα μου κλειστό
hold one's tongue
κρατώ το στόμα μου κλειστό
hold out
περιμένω
hold up
αργώ
hole
τρύπα
hole
οπή
hole
τρύπα
Holi
Χόλι
holiday
γιορτή
holiday
αργία
holiday
διακοπές
holiday home
εξοχικό
holiness
αγιοσύνη
holiness
αγιότητα
Holland
Ολλανδία
holler
κραυγή
holler
κραυγάζω
hollow
κοίλος
hollow
κούφιος
hollow
υπόκωφος
hollow
κούφιος
hollow
λαγκάδα
hollow
λαγκάδι
hollow
λαγκαδιά
hollow
βαθούλωμα
hollow
κοιλότητα
hollow
κουφάλα
hollow
κενό
holly
ίλεξ
Hollywood
Χόλυγουντ
Hollywood
Χόλιγουντ
Hollywood
Χόλυγουντ
holm oak
αριά
holmium
όλμιο
Holocaust
Ολοκαύτωμα
holocaust
ολοκαύτωμα
holocaust
γενοκτονία
holocaust
εξολόθρευση
Holocene
ολόκαινος
Holocene
Ολόκαινο
Holodomor
Γολοντομόρ
hologram
ολόγραμμα
holograph
ολόγραφος
holographic
ολογραφικός
holographic
ολόγραφος
holographic
ιδιόχειρος
holography
ολογραφία
holohedry
ολοεδρία
holonymy
ολωνυμία
holotropic
ολοτροπικός
Holstein
Χόλσταϊν
holy
άγιος
holy
ιερός
Holy Communion
Θεία Κοινωνία
Holy Grail
άγιο δισκοπότηρο
Holy Grail
Άγιο Δισκοπότηρο
Holy Grail
Άγιο Ποτήριο
Holy Land
Άγιοι Τόποι
Holy of Holies
άδυτο
Holy of Holies
ιερό
Holy of Holies
τα άδυτα των αδύτων
Holy Roman Empire
Αγία Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία
Holy Saturday
Μεγάλο Σάββατο
Holy See
Αγία Έδρα
Holy Spirit
Άγιο Πνεύμα
Holy Spirit
Παράκλητος
holy synod
ιερά σύνοδος
holy war
ιερός πόλεμος
holy water
αγίασμα
holy water
αγιασμός
Holy Week
Μεγάλη Εβδομάδα
Holy Writ
Αγία Γραφή
Holy Writ
ιερό κείμενο
homage
σεβασμός
homage
φόρος τιμής
homage
δήλωση υποτέλειας
home
προς το σπίτι
home
στο σπίτι
home
άσυλο
home
πατρικό
home
σπίτι
home
σπιτικό
home
πατρίδα
home
γενέτειρα
home
κατοικία
home
περιβάλλον
home country
πατρίδα
home economics
οικιακή οικονομία
home loan
στεγαστικό δάνειο
home page
αρχική σελίδα
home stretch
τελική ευθεία
home sweet home
σπίτι μου, σπιτάκι μου
home team
γηπεδούχος
homebird
σπιτόγατος
homebody
σπιτόγατος
homecoming
νόστος
homeland
πατρίδα
homeless
άστεγος
homelessness
αστεγία
homemade
σπιτικός
homeomorphism
ομοιομορφισμός
homeopathy
ομοιοπαθητική
Homer
Όμηρος
homesick
νοσταλγός
homesickness
νοσταλγία
homestead
υποστατικό
homework
εργασία για το σπίτι
homicide
ανθρωποκτονία
homicide
ανθρωποκτόνος
homily
κήρυγμα
homily
ομιλία
hominid
Ανθρωπίδας
hominid
Ανθρωπίδης
homo-
ομο-
homo-
ομό-
homogeneity
ομογένεια
homogeneous
ομοιογενής
homogeneous
ομογενής
homogenization
ομογενοποίηση
homogenize
ομογενοποιώ
homogenized milk
ομογενοποιημένο γάλα
homograph
ομοιογράφος
homologous
ομόλογος
homomorphism
ομομορφισμός
homonationalism
ομοεθνικισμός
homonormativity
ομοκανονικότητα
homonym
ομώνυμο
homonym
ομώνυμος
homophobia
ομοφοβία
homophone
ομόφωνος
homophonous
ομόηχος
homophonous
ομόφωνος
homophony
ομοφωνία
homoscedastic
ομοσκεδαστικός
homoscedasticity
ομοσκεδαστικότητα
homosexual
ομοφυλόφιλος
homosexual
γκέι
homosexual
λεσβιακή
homosexual
ομοφυλόφιλη
homosexual
ομοφυλόφιλος
homosexual
γκέι
homosexual
ομοφυλόφιλος
homosexual
λεσβία