English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“J” Words

jellyfish
τσούχτρα
Jennifer
Τζένιφερ
jeopardize
διακυνδινέυω
jeopardy
κίνδυνος
Jeremiah
Ιερεμίας
Jericho
Ιεριχώ
jerk
κόπανος
jerk off
τα ξύνω
Jeroboam
Ιεροβοάμ
Jerome
Ιερώνυμος
jerrycan
κάνιστρο
Jersey
Τζέρσεϊ
Jersey
Ιερσέη
Jersey
Υερσέη
Jerusalem
Ιερουσαλήμ
Jerusalem artichoke
αγκινάρα της Ιερουσαλήμ
Jerusalemite
Ιεροσολυμίτης
Jessica
Ιεσική
jest
πειράζω
Jesuit
ιησουίτης
Jesuitic
ιησουιτικός
Jesus
Ιησούς Χριστός!
Jesus
Ιησούς
Jesus Christ
Ιησούς Χριστός
jet
αεριωθούμενος
jet
αναβλύζω
jet engine
αεριοστροβιλωθητήρας
jet lag
βιοαπορρύθμιση
jet plane
αεριωθούμενο
jet plane
τζετ
jet propulsion
αεριοπροώθηση
jet set
τζετ σετ
jet ski
τζετ σκι
jet stream
αεροχείμαρρος
jet-black
κατάμαυρο χρώμα
jet-black
μαύρο
jetsam
ξέβρασμα
jetty
μόλος
jetty
λιμενοβραχίονας
jetty
προβλήτα
Jew
Εβραίος
Jew
Ιουδαίος
Jew
Εβραία
Jew
Ισραηλίτης
Jew
Ισραηλίτισσα
jewel
πετράδι
jewel
πολύτιμος λίθος
jewel
κόσμημα
jeweler
χρυσοχόος
jeweler
κοσμηματοπώλης
jeweller's
αδαμαντοπωλείο
jewellery
κόσμημα
jewellery
κοσμήματα
Jewess
Ιουδαία
Jewish
ιουδαϊκός
Jewishness
εβραϊκότητα
Jewishness
εβραϊσμός
Jezebel
Ιεζάβελ
jezve
μπρίκι
Jharkhand
Τζαρκάντ
Jhelum
Υδάσπης
Jiangsu
Τσιανγκσού
Jiangxi
Τσιανγκσί
jib
φλόκος
jigsaw
σέγα
jigsaw puzzle
παζλ
jihad
τζιχάντ
Jilin
Τζιλίν
Jim
Τζιμ
Jimmy
Τζίμι
jingoism
υπερεθνικισμός
jingoism
υπερεθνικοφροσύνη
jingoistic
σοβινιστικός
jinn
τζίνι
jinx
γκαντέμης
jinx
γρουσούζης
Joab
Ιωάβ
Joachim
Ιωακείμ
Joanna
Τζοάννα
Joanna
Ιωάννα
Joanna
Τζοάννα
Job
Ιώβ
job
εργασία
job
δουλειά
job
εργασία
job
-πλαστική
job
πλαστική
job
εργασία
job
δουλειά
job interview
συνέντευξη για δουλειά
jobs for the boys
ρουσφετολογικές προσλήψεις
jobseeker
αναζητών εργασία
Jocasta
Ιοκάστη
jockstrap
σπασουάρ
Joe
Τζο
Joel
Ιωήλ
Joensuu
Γιόενσου
jog
τζόκινγκ
jog
σκουντώ
jog
κάνω τζόκινγκ
John
Ιωάννης
John
Γιάννης
John
Τζον
John
Τζων
John
Ιωάννης
John
Ιωάννου
John
το κατά Ιωάννην
john
αποχωρητήριο
John Dory
χριστόψαρο
John the Baptist
Ιωάννης ο Βαπτιστής
John the Baptist
Ιωάννης ο Πρόδρομος
Johnny
Τζόνι
Johnson
Γιαννόπουλος
Johnson
Ιωάννου
Johnson
Ιωαννίδης
Johnson
Τζόνσον
Johnson
Γιαννόπουλος
Johnson
Ιωάννου
Johnson
Ιωαννίδης
join
συνένωση
joint
συλλογικός
joint
συνδυασμένος
joint
συντονισμένος
joint
άρθρωση
joint
αρμός
joint
ένωση
joint
άρθρωση
joint
κλείδωση
joint
αρμός
joint
στενή
joint
φυλακή
joint
τσιγαριλίκι
joint
γάρο
joint
κέρατο
joint
μπάφος
joint venture
κοινοπραξία
joint-stock company
ανώνυμη εταιρεία
joke
ανέκδοτο
joke
αστείο
joke
πλάκα
joke
ατειεύομαι
joker
μπαλαντέρ
Jonah
Ιωνάς
Jonathan
Τζόναθαν
Jonathan
Ιωνάθαν
Jones
Τζόουνς
Jordan
Ιορδάνης
Jordan
Ιορδανία
Jordan
Ιορδάνης
Jordan
Ιορδάνα