English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“K” Words

kingdom
βασίλειο
kingdom
βασιλεία
kingdom
βασίλειο
Kingdom of Bahrain
Βασίλειο του Μπαχρέιν
Kingdom of Belgium
Βασίλειο του Βελγίου
Kingdom of Cambodia
Βασίλειο της Καμπότζης
Kingdom of Denmark
Βασίλειο της Δανίας
Kingdom of England
Βασίλειο της Αγγλίας
Kingdom of Great Britain
Βασίλειο της Μεγάλης Βρετανίας
Kingdom of Heaven
Βασιλεία των Ουρανών
Kingdom of Italy
Βασίλειο της Ιταλίας
Kingdom of Morocco
Βασίλειο του Μαρόκου
Kingdom of Naples
Βασίλειο της Ηπειρωτικής Σικελίας
Kingdom of Naples
Βασίλειο της Νεάπολης
Kingdom of Naples
Βασίλειο της Νεαπόλεως
Kingdom of Norway
Βασίλειο της Νορβηγίας
Kingdom of Saudi Arabia
Βασίλειο της Σαουδικής Αραβίας
Kingdom of Scotland
Βασίλειο της Σκωτίας
Kingdom of Spain
Βασίλειο της Ισπανίας
Kingdom of Sweden
Βασίλειο της Σουηδίας
Kingdom of Thailand
Βασίλειο της Ταϊλάνδης
Kingdom of the Netherlands
Βασίλειο των Κάτω Χωρών
kingfisher
αλκυόνη
kingless
αβασίλευτος
Kings
Βασιλείς
Kings
Βασιλειών
Kingston
Κίνγκστον
Kingstown
Κίνγκσταουν
kink
διαστροφή
kink
εκκεντρικότητα
kinkajou
κερκολήπτης
Kinshasa
Κινσάσα
kinship
συγγένεια
kinsman
συγγενής
kinswoman
συγγενής
kiosk
περίπτερο
kiosk
κιόσκι
kippah
σκούφος
Kiribati
Κιριμπάτι
Kirill
Κύριλλος
kiss
φιλί
kiss
ασπασμός
kiss
φιλώ
kiss
ασπάζομαι
kiss
δίνω φιλί
kiss
ακροφιλώ
kiss
φιλώ
kiss
ασπάζομαι
kiss me
φίλα με
kiss me
φίλησέ με
kiss of life
τεχνητή αναπνοή στόμα-με-στόμα
kiss of life
το φιλί της ζωής
kiss of peace
φιλί ειρήνης
Kissinger
Κίσινγκερ
kitchen
κουζίνα
kitchen
μαγειρείο
kitchenware
μαγειρικά σκεύη
kite
τσίφτης
kite
χαρταετός
kitsch
κιτς
kitschy
κιτς
kitsune
κιτσούνε
kitten
γατάκι
kitty
ψιψίνα
kitty
κοινό ταμείο
kiwi
κίβι
kiwi
απτέρυξ
kiwi
κίουι
kiwi fruit
ακτινίδιο
Kırklareli
Κιρκλάρελι
Kırklareli
Σαράντα Εκκλησιές
klaxon
κλάξον
klepht
κλέφτης
kleptocracy
κλεπτοκρατία
kleptomania
κλεπτομανία
kleptomaniac
κλεπτομανής
kleptoparasitism
κλεπτοπαρασιτισμός
Klingon
Κλίγκον
Klingon
γλώσσα Κλίγκον
Klingon
Κλίγκον
knave
απατεών
knave
βαλές
knead
ζυμώνω
knee
γόνατο
knee pad
επιγονατίδα
kneecap
επιγονατίδα
kneeing
γονατιά
kneel
γονατίζω
Knesset
Κνέσετ
knick-knack
μπιχλιμπίδι
knife
μαχαίρι
knife
λεπίδα
knife
μαχαίρι
knife
μαχαιρώνω
knifeman
μαχαιροβγάλτης
knight
ιππότης
knight
ίππος
knight
άλογο
knit
πλέκω
knitting
πλέξιμο
knitting
πλεκτό
knitting needle
βελόνα πλεξίματος
knock
χτύπος
knock
προανάφλεξη
knock
χτυπάω
knock about
κακοποιώ
knock about
αλωνίζω
knock down
κατακυρώνω
knock it off
κόφ' το
knock it off
κόφτε το
knock on wood
χτύπα ξύλο
knock on wood
χτύπα ξύλο
knockoff
μαϊμού
Knossos
Κνωσός
knot
κόμπος
knot
κόμβος
knot
κόμπος
knot
κόμπος
knot
ρόζος
knot
καρούμπαλο
knot
όζος
knot
κόμβος
knot
κόμπος
knot
δένω κόμπο
knot
ζαρώνω
knotty
οζώδης
knotty
δυσεπίλυτος
knotty
δύσκολος
knotty
πολύπλοκος
know
ξέρω
know
γνωρίζω
know
γνωρίζω
know
ξέρω
know thyself
γνώθι σαυτόν
know-it-all
ξερόλα
know-it-all
ξερόλας
knowledge
γνώση
knowledge
αγωγή
knowledge
γνώση
knowledge
επίγνωση
knowledge
γνώση
knowledge
εμπειρία
knowledge
γνώσεις
knowledge
γνώση
knowledge is power
η γνώση είναι δύναμη
knowledgeable
επαΐων
knowledgeable
γνώστης
known
γνωστός
knuckle
γροθιά
knuckle
κόνδυλος