English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“P” Words

post
αναρτώ
post
δημοσιεύω
post mortem
μετά θάνατον
post mortem
ιατροδικαστική έκθεση νεκροτομής
post mortem
νεκροψία
post office
ταχυδρομείο
post office box
ταχυδρομική θυρίδα
post-
μετα-
post-
υστερο-
post-tensioning
μετατάνυση
postage stamp
γραμματόσημο
postal
ταχυδρομικός
postal order
ταχυδρομική εντολή
postbellum
μεταπολεμικός
postcard
καρτ-ποστάλ
postcard
κάρτα
postclassical
μετακλασικός
postcode
ταχυδρομικός κώδικας
postcode
ΤΚ
postdoctoral
μεταδιδακτορικός
poster
αφίσα
posterior
οπίσθιος
posterior
μεταγενέστερος
posterior
ύστερος
posterior
πισινός
postfix notation
επιθηματικός συμβολισμός
postgraduate
μεταπτυχιακός
postgraduate
μεταπτυχιακός φοιτητής
posthumous
μεταθανάτιος
posthumous
κοιλάρφανος
posthumous
οψιγενής
postiche
ποστίς
postmodernism
μεταμοντερισμός
postmodernist
μετανεωτερικός
postmodernist
μετανεωτεριστής
postoperative
μετεγχειρητικός
postpone
αναβάλλω
postpone
ετεροχρονίζω
postscript
υστερόγραφο
postscriptum
Υ.Γ.
postscriptum
υστερόγραφο
postsynaptic
μετασυναπτικός
posttraumatic
μετατραυματικός
postulate
αξίωμα
postulate
προϋπόθεση
postulate
αποφαίνομαι
postulate
αξιώνω
postulate
απαιτώ
pot
κατσαρόλα
pot
χύτρα
pot calling the kettle black
είπε ο γάιδαρος τον πετεινό κεφάλα
potassium
κάλιο
potassium
κάλιον
potassium cyanide
κυανιούχο κάλιο
potassium hydroxide
υδροξείδιο του καλίου
potassium permanganate
υπερμαγγανικό κάλιο
potato
πατάτα
potato
γεώμηλο
potato chip
τηγανητή πατάτα
potato crisp
πατατάκι
potato salad
πατατοσαλάτα
potbellied
κοιλαράς
potbellied
προγάστορας
potbellied
προγάστωρ
potential
πιθανός
potential
δυνητικός
potential
ενδεχόμενος
potential
δυναμικό
potential difference
διαφορά δυναμικού
potential energy
δυναμική ενέργεια
potentially
ενδεχομένως
potentilla
ποτεντίλλα
potentiometer
ποτενσιόμετρο
potentiometer
ρυθμιστής τάσης
pothole
λακκούβα
Poti
Πότι
potion
φίλτρο
Potsdam
Πότσδαμ
Potter
Πότερ
potter
αγγειοπλάστης
pottery
κεραμικά
pottery
αγγειοπλαστείο
pottery
αγγειοπλαστική
pottery
κεραμική
potty
γιογιό
pouch
σακούλα
pouch
μάρσιπος
poultice
κατάπλασμα
poultry
πουλερικό
poultry
πουλερικά
pound
μαντρί
pound
λίβρα
pound
μάντρα
pound
λίρα
pound
σφυροκοπώ
pound
διαλύω
pound sterling
λίρα στερλίνα
pour
χύνω
poutine
πουτίν
poverty
φτώχια
poverty
αδεκαρία
poverty trap
παγίδα της φτώχιας
powder
σκόνη
powdered sugar
ζάχαρη άχνη
power
δύναμη
power
εξουσία
power
κράτος
power
ισχύς
power
ηλεκτρισμός
power
ρεύμα
power
μεγεθυντική ικανότητα
power
δυνάμεις
power
κινώ
power
τροφοδοτώ
power inverter
αναστροφέας
power of attorney
πληρεξούσιο
power of attorney
έγγραφο πληρεξουσιότητας
power plant
κινητήρας
power station
ηλεκτροπαραγωγικός σταθμός
power strip
πολύμπριζο
power strip
πολύπριζο
power supply
τροφοδοτικό
power take-off
δυναμοδότη
powerbank
αποθήκη ενέργειας
powerful
ισχυρός
powers that be
αρμόδιοι
Poznan
Πόζναν
pp.
σσ.
practical
πρακτικός
practical
πρακτικός
practical
χρήσιμος
practicality
πρακτικότητα
practice
εξάσκηση
practice
εξάσκηση
practice
άσκηση
practice
πρακτική
practice
πράξη
practicum
πρακτική
practise
κάνω εξάσκηση
practise
μελετώ
practise
προπονούμαι
practise
ασκώ
praenomen
προωνύμιο
pragmatics
πραγματολογία
Prague
Πράγα
Praia
Πράια
Prairial
Λειμώνιος
Prairial
Πραιριάλ
Prairial
Πρεριάλ
praise
επαινώ