English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“R” Words

re-encode
επανακωδικοποιώ
re-engage
επαναδραστηριοποιώ
re-evaluate
επαναξιολογώ
re-examination
επανεξέταση
re-lease
αναμισθώνω
re-mark
αναβαθμολόγηση
re-mark
αναβαθμολογώ
re-sort
επαναταξινομώ
reach
φτάνω
react
αντιδρώ
reactance
άεργη αντίσταση
reaction
αντίδραση
reactionary
αντιδραστικός
reactionary
αντιπροοδευτικός
reactionary
αντιδραστικός
read
διαβάζω
read
γράφω
read
διαβάζω
read-only memory
μνήμη μόνο ανάγνωσης
reader
αναγνώστης
reader
αναγνώστρια
readership
αναγνωσιμότητα
readily
οικειοθελώς
readily
πρόθυμα
readily
εύκολα
readiness
ετοιμότητα
Reading
Ρέντινγκ
reading room
αναγνωστήριο
readme
δβσμ
readme
διάβασέμε
readmission
επανεισαγωγή
readmission
επανεισδοχή
ready
έτοιμος
real
αληθινός
real
αυθεντικός
real
πραγματικός
real
πραγματικός αριθμός
real
ρεάλ
real estate
ακίνητο
real estate
ακίνητη περιουσία
real estate
διαθέσιμος χώρος
real estate
χώρος
real life
πραγματικότητα
real number
πραγματικός αριθμός
realism
πραγματισμός
realism
ρεαλισμός
reality
πραγματικότητα
reality television
τηλεοπτική πραγματικότητα
realization
πραγματοποίηση
realization
συνειδητοποίηση
realize
συνειδητοποιώ
realize
αντιλαμβάνομαι
realize
διαπιστώνω
realize
πιστοποιώ
realize
πραγματοποιώ
realize
πραγματώνω
realize
υλοποιώ
reallocate
ανακατανέμω
really
πράγματι
really
αληθινά
really
πραγματικά
really
όντως
really
αληθινά
really
πραγματικά
really
αλήθεια
really
πράγματι
really
πραγματικά
really
όντως
realm
βασίλειο
realm
κράτος
realm
σφαίρα
realpolitik
ρεαλπολιτίκ
realtor
κτηματομεσίτης
realtor
κτηματομεσίτρια
reap
θερίζω
reap what one sows
ό,τι σπέρνεις, θερίζεις
reap what one sows
όπως στρώσεις, θα κοιμηθείς
reappoint
αναδιορίζω
reappointment
αναδιορισμός
rear
πισινός
rear
οπισθοφυλακή
rear admiral
υποναύαρχος
rear admiral (lower half)
αρχιπλοίαρχος
rear admiral (upper half)
υποναύαρχος
rear end
πισινός
rearguard
οπισθοφυλακή
reason
λόγος
reason
λόγος
reason
δικαιολογία
reason
λόγος
reason
λογική
reason
συμπεραίνω
reasonable
έντιμος
reasonable
αιτιολογημένος
reasonable
δίκαιος
reasonable
επάξιος
reasonable
εύλογος
reasonable
ικανοποιητικός
reasonable
δικαιολογημένος
reasonable
λογικός
reasonable
τίμιος
reasonable
λογικός
reasonable
οφειλόμενος
reasonable
τίμιος
reasonable
ευάρεστος
reasonable
λογικός
reasoning
σκεπτικό
reasoning
συλλογιστική
reassuring
καθησυχαστικός
rebaptism
αναβαπτισμός
rebaptize
αναβαπτίζω
Rebecca
Ρεβέκκα
Rebecca
Ρεμπέκα
Rebekah
Ρεβέκκα
rebel
αντάρτης
rebel
επαναστάτης
rebel
επαναστατήσει
rebellious
ανυπότακτος
rebetiko
ρεμπέτικο
rebirth
μετενσάρκωση
rebirth
αναγέννηση
reboot
επανεκκίνηση
reboot
επανεκκινώ
reborn
αναγεννημένος
reborn
μετενσαρκωμένος
reborrowing
αντιδάνειο
rebound
ριμπάουντ
rebuild
ανοικοδομώ
rebuild
ξαναχτίζω
rebuke
επίπληξη
rebuke
μομφή
rebuke
παρατήρηση
rebuke
μέμφομαι
rebuke
αποπαίρνω
rebuke
επιπλήττω
rebuke
επιτιμώ
rebus
εικονόγριφος
rebut
ανασκευάζω
rebut
αντικρούω
rebuttal
ανασκευή
recall
ανάκληση
recall
εντολή επιστροφής
recall
αναπολώ
recant
αναιρώ
recant
αποκηρύσσω
recant
παλινωδώ
recapitulation
ανακεφαλαίωση
recapitulative
ανακεφαλαιωτικός
receipt
αποδοχή
receipt
απόδειξη