English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“S” Words

slim
αδυνατίζω
sling
σφεντόνα
sling
αορτήρας
sling
αορτήρας
slingshot
σφεντόνα
slip
μεσοφόρι
slip
γλίστρημα
slip
ολίσθηση
slip
γλιστρώ
slip
κάνω σφάλμα
slip of the tongue
παραδρομή της γλώσσας
slip of the tongue
παραπραξία
slipper
παντόφλα
slippery
ολισθηρός
slipshod
κακοφτιαγμένος
slipshod
κακότεχνος
slivovitz
σλιβοβίτσα
slobber
σαλιαρίζω
slogan
σλόγκαν
slogan
σύνθημα
slope
εφαπτομένη
slope
συντελεστής διεύθυνσης
sloppiness
προχειρότητα
slot machine
κουλοχέρης
sloth
τεμπελιά
sloth
νωθρότητα
sloth
βραδύπους
Slovak
σλοβακικός
Slovak
σλοβακικά
Slovak
σλοβάκικα
Slovak
σλοβακικά
Slovak Republic
Δημοκρατία της Σλοβακίας
Slovakia
Σλοβακία
Slovene
σλοβενικός
Slovene
Σλοβένος
Slovene
Σλοβένα
Slovene
σλοβενικά
Slovenia
Σλοβενία
Slovio
Σλόβιο
slow
αργός
slow
βραδύ
slow
αργόσυρτος
slow
αργόστροφος
slow
καθυστερημένος
slow
ανέτοιμος
slow
καθυστερημένος
slow
βραδύνω
slow
επιβραδύνω
slow
σταματώ
slow
επιβραδύνω
slow
αργώ
slow down
επιβραδύνω
slow motion
αργή κίνηση
slowly
σιγά
slowly
αργά
slowness
βραδύτητα
slug
γυμνοσάλιαγκας
slug
λείμαξ
slug
σφηνάκι
sluggard
τεμπέλης
sluggish
άτονος
sluggish
νωθρός
sluice
υδατοφράκτης
slum
παραγκούπολη
slum
φτωχογειτονιά
slumber
νύστα
slumber
υπνηλία
slush
λασπόχιονο
slush fund
μαύρο ταμείο
small
μικρός
small
νέος
small
μικρός
small ad
αγγελία
small change
ψιλά
small intestine
λεπτό έντερο
small screen
μικρή οθόνη
smallholder
μικροκαλλιεργητής
smallholding
μικροκαλλιέργεια
smallish
μικρούτσικος
smallpox
ευλογιά
smart city
έξυπνη πόλη
smartness
εξυπνάδα
smartphone
σμάρτφον
smartphone
έξυπνο τηλέφωνο
smashup
σύγκρουση
smashup
τρακάρισμα
smell
όσφρηση
smell
μυρωδιά
smell
μυρίζω
smidgen
δράμι
smile
χαμόγελο
smile
μειδίαμα
smile
χαμογέλασμα
smile
χαμογέλιο
smile
χαμογελώ
smile
χαμογελάω
smiling
χαμογελαστός
Smith
Σμιθ
Smith
Σιδέρης
Smith
Σιδεράς
smith
σιδηρουργός
smith
σιδεράς
smithsonite
σμιθσονίτης
smog
αιθαλομίχλη
smog
καπνομίχλη
smoke
καπνός
smoke
τσιγάρο
smoke
κάπνισμα
smoke
καπνός
smoke
οφθαλμαπάτη
smoke
καπνίζω
smoke like a chimney
καπνίζω σαν αράπης
smoke like a chimney
καπνίζω σαν φουγάρο
smokebox
καπνοθάλαμος
smokehouse
καπνιστήριο
smoker
καπνιστής
smoker
καπνιστήριο
smoking
κάπνισμα
smoking room
καπνιστήριο
smolder
καίω χωρίς φλόγα
smolder
σιγοκαίω
smolder
υποκαίω
smolder
σιγοκαίω
smooth
λείος
smooth
απαλός
smooth
ομαλός
smooth
ήπιος
smooth
γλυκομίλητος
smooth
στρωτός
smooth
ακύμαντος
smooth
λείος
smooth
γλυκόπιοτος
smooth
εξομαλύνω
smooth
λειαίνω
smooth breathing
ψιλή
smooth clam
γυαλιστερή
smoothie
φρουτοπολτός
smoothly
ομαλά
smother
πνίγω
smother
καταπνίγω
smother
πνίγω
smother
πνίγω
smother
πνίγομαι
smother
προκαλώ ασφυξία
smother
πνίγομαι
SMS
μήνυμα
smudge
μουτζούρα
smug
αυτάρεσκος
smuggler
λαθρέμπορος
smuggling
λαθρεμπόριο