English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“S” Words

spark plug
σπινθηριστής
spark plug
αναφλεκτήρας
sparkler
βεγγαλικό
sparkling
αστραφτερός
sparkling
λάμπων
sparkling
σπινθηροβόλος
sparkling
αεριούχος
sparkling
αφρώδης
sparkling wine
αφρώδης οίνος
sparrow
σπουργίτης
sparrow
σπουργίτι
Sparta
Σπάρτη
Spartacus
Σπάρτακος
spasm
σπασμός
spasm
σύσπαση
spasm
κρίση
spasm
σπασμός
spasm
κρίση
spasm
παροξυσμός
spatial
διαστημικός
spatial
χωρικός
spatula
σπάτουλα
spay
στειρώνω
speak
μιλώ
speak
λέω
speak of the devil
κατά φωνή κι ο γάιδαρος
speak softly and carry a big stick
όπου δεν τύπτει λόγος τύπτει ράβδος
speaker
ομιλητής
speaker
μεγάφωνο
speaker
ηχείο
speaker
πρόεδρος
speaker
ομιλητής
speaker
ρήτορας
speaking of
μιας και τό 'φερε η κουβέντα
speaking of
παρεμπιπτόντως
spear
λόγχη
spear
ακόντιο
spear
δόρυ
spear
κοντάρι
spear
καμάκι
spear
λογχίζω
spear gun
ψαροντούφεκο
spear gun
ψαροτούφεκο
spearman
λογχοφόρος
spearmint
δυόσμος
special
έκτακτος
special
ιδιαίτερος
special
ειδικός
special
ειδικός
special
έκτακτος
special
προσφορά
Special Region of Yogyakarta
Ειδική Περιοχή Γιογκιακάρτα
special relativity
ειδική σχετικότητα
special school
ειδικό σχολείο
specialist
ειδικός
specialist
ειδική
specialist
εμπειρογνώμονας
specialization
ειδικότητα
specialty
ειδικότητα
speciesism
σπισισμός
specific
συγκεκριμένος
specific
ειδικός
specific
ειδικός
specific
εξειδικευμένος
specific gravity
ειδικός βάρος
specification
προδιαγραφή
specification
προσδιορισμός
specify
προσδιορίζω
specify
συγκεκριμενοποιώ
specimen
δείγμα
speckle
κηλίδα
speckle
στίγμα
spectacle
θέαμα
spectacled bear
αρκούδα των Άνδεων
spectacles
γυαλιά
spectacles
ματογυάλια
spectacular
θεαματικός
spectator
θεατής
specter
φάντασμα
specter
σκιά
spectral
φασματικός
spectro-
φασματο-
spectrophotometer
φασματοφωτόμετρο
spectrophotometry
φασματοφωτομετρία
spectroscope
φασματοσκόπιο
spectrum
φάσμα
spectrum
φάσμα
spectrum
φωτόφασμα
speculative
αναπόδεικτος
speech
ομιλία
speech
λόγος
speech
ομιλία
speech
λόγος
speech
αγόρευση
speech act
γλωσσική πράξη
speech recognition
φωνητική αναγνώριση
speechless
άναυδος
speechless
άφωνος
speechless
ενεός
speechmaker
αγορήτρια
speechmaker
αγορητής
speed
ταχύτητα
speed limit
όριο ταχύτητος
speed of light
ταχύτητα του φωτός
speed of sound
ταχύτητα του ήχου
speleological
σπηλαιολογικός
speleologist
σπηλαιολόγος
speleology
σπηλαιολογία
spell
ξόρκι
spell
περίοδος
spell
συλλαβίζω
spell
γράφω ορθογραφημένα
spell
γράφω ορθογραφημένα
spell
συνεπάγομαι
spell checker
ορθογράφος
spell checker
ορθογραφικός έλεγχος
spelling alphabet
φωνητικό αλφάβητο
Spello
Σπέλλο
spelt
όλυρα
spelunker
σπηλαιολόγος
Spencer
Οικονόμος
spend
ξοδεύω
spendthrift
σπάταλος
sperm
σπερματοζωάριο
sperm
σπέρμα
sperm whale
φυσητήρας
spermatozoon
σπερματοζωάριο
Spetsai
Σπέτσαι
Spetse
Σπέτσαι
Spetses
Σπέτσαι
Spetses
Σπέτσες
sphagnum
σφαγνός
sphere
σφαίρα
sphere of influence
σφαίρα επιρροής
spherical
σφαιρικός
sphincter
σφιγκτήρας
sphingomyelin
σφιγγομυελίνη
Sphinx
Σφίγγα
sphinx
σφίγγα
sphygmogram
σφυγμογράφημα
sphygmography
σφυγμογραφία
sphygmomanometer
σφυγμομανόμετρο
Spica
Στάχυς
spiccato
σπικάτο
spice
μπαχαρικό
spice
καρύκευμα
spice
μπαχάρι
spice
καρυκεύω
spice
νοστιμεύω
spiciness
καυστικότητας