English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“T” Words

tobacco pipe
πίπα
tobacco pipe
τσιμπούκι
tobacconist's
καπνοπωλείο
Tobago
Τομπάγκο
Tobias
Τωβίας
Tobit
Τωβίτ
Tocantins
Τοκαντίνς
today
σήμερα
today
σήμερα
today's
σημερινός
toddler
νήπιο
toe
δάχτυλο του ποδιού
toe
δάχτυλο ποδιού
tofu
τόφου
toga
τήβεννος
toga
τόγκα
Togarmah
Θοργαμά
together
μαζί
toggle switch
μοχλοδιακόπτης
Togo
Τόγκο
toil
κόπος
toil
μόχθος
toil
κοπιάζω
toilet
λεκάνη
toilet
τουαλέτα
toilet
λεκάνη
toilet
αποχωρητήριο
toilet
αφοδευτήριο
toilet
τουαλέτα
toilet brush
πιγκάλ
toilet paper
χαρτί υγείας
toilet paper
κωλόχαρτο
toilet roll
ρολό τουαλέτας
Tok Pisin
τοκ πίσιν
Tokelau
Τοκελάου
token
μάρκα
Tokyo
Τόκιο
Tokyo
Τόκυο
Toledo
Τολέδο
tolerable
ανεκτός
tolerance
ανοχή
tolerance
ανοχή
tolerance
ανεκτικότητα
tolerant
ανεκτικός
tolerate
ανέχομαι
toll
διόδια
toll booth
διόδια
Tolyatti
Τολιάττι
tom
γάτος
tom
αλητόγατος
tom
κεραμιδόγατος
Tom Thumb
Κοντορεβιθούλης
Tom, Dick and Harry
κάθε καρυδιάς καρύδι
toman
τομάν
tomato
ντομάτα
tomato
ντοματιά
tomato paste
ντοματοπελτές
tomayto, tomahto
όχι Γιάννης, Γιαννάκης
tomb
τάφος
tomb
ταφικό μνημείο
tomboy
αγοροκόριτσο
tombstone
ταφόπλακα
tombstone
ταφόπετρα
tome
τόμος
tommy bar
αξονίσκος
tomorrow
αύριο
tomorrow
αύριο
tomorrow night
χθες νύχτα
tomorrow's
αυριανός
tomorrow's
αυρινός
Tomsk
Τομσκ
ton
τόνος
Tonga
Τόνγκα
Tonga
Τόγκα
tongs
λαβίδες
tongue
γλώσσα
tongue depressor
γλωσσοπίεστρο
tongue-in-cheek
αστείος
tongue-in-cheek
χιουμοριστικός
tongue-twister
γλωσσοδέτης
Tonian
Τόνια
tonight
απόψε
tonight
απόψε
tonkatsu
τονκάτσου
tonos
τόνος
tonsil
αμυγδαλή
tonsillectomy
αμυγδαλεκτομή
tonsillotomy
αμυγδαλοτομία
Tony
Αντωνάκης
Tony
Τόνι
too
επίσης
too
υπερβολικά
too bad
κρίμα
too many cooks spoil the broth
όπου λαλούν πολλοί κοκόροι αργεί να ξημερώσει
too much of a good thing
το πολύ το κυρ' ελέησον το βαριέται κι ο Θεός
too much of a good thing
το πολύ το κυρ' ελέησον το βαριέται κι ο παπάς
tool
εργαλείο
tool
εργαλείο
tool
όργανο
tool
ενεργούμενο
tool
υποχείριο
toolbar
γραμμή εργαλείων
toolbox
εργαλειοθήκη
toolkit
εργαλειοθήκη
tooth
δόντι
tooth
δόντι
tooth
οδούς
tooth and nail
με νύχια και με δόντια
toothache
οδονταλγία
toothache
πονόδοντος
toothbrush
οδοντόβουρτσα
toothless
ξεδοντιάρης
toothless
φαφούτης
toothless
άδοντος
toothless
ξεδοντιάρης
toothpaste
οδοντόκρεμα
toothpaste
οδοντόπαστα
toothpick
οδοντογλυφίδα
toothy
δοντάς
toothy
δόντιας
top
καπάκι
top
κορυφή
top
άκρο
top
κολοφώνας
top
μπλούζα
top hat
ημίψηλο
top secret
άκρως απόρρητο
topaz
τοπάζιο
topaz
τοπάζι
topiary
κηπογλυπτική
topiary
κηπογλυπτικό
topiary
κηπογλυπτικός
topiary
φυτογλυπτική
topiary
φυτογλυπτικό
topiary
φυτογλυπτικός
topiary
κηπογλυπτική
topiary
φυτογλυπτική
topiary
φυτόγλυπτο
topic
θέμα
topless
γυμνόστηθος
topographic
τοπογραφικός
topography
τοπογραφία
topological space
τοπολογικός χώρος
topology
τοπολογία
toponym
τοπωνύμιο
toponym
τοπωνυμία
toponymy
τοπωνυμιολογία
topophilia
τοποφιλία
topping
γαρνιτούρα
topping
επικάλυψη