English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“U” Words

urethroscopy
ουρηθροσκοπία
urethroscopy
ουρηθροσκόπηση
Urfa
Σανλιούρφα
urge
παρόρμηση
urge
παροτρύνω
urgency
επείγον
urgent
επείγων
urgently
επειγόντως
urgy
ουργία
Uriel
Ουριήλ
urinal
ουρητήριο
urinary
ουρικός
urinary bladder
ουροδόχος κύστη
urinate
ουρώ
urination
ούρηση
urine
ούρα
urine
ούρο
URL
ΟΕΠ
URL
ιστοδιεύθυνση
URL
ομοιόμορφος εντοπιστής πόρων
urn
υδρία
urn
τεφροδόχος
urolith
ουρόλιθος
urolithiasis
ουρολιθίαση
urologist
ουρολόγος
uroscopy
ουροσκοπία
urothelium
ουροθήλιο
Ursa Major
Μεγάλη Άρκτος
Ursa Minor
Μικρή Άρκτος
ursine
αρκουδιάρικος
Ursula
Ούρσουλα
Ursula
Ουρσούλα
Uruguay
Ουρουγουάη
Uruk
Ουρούκ
Ürümqi
Ουρούμτσι
us
μας
USA
ΗΠΑ
usage
χρήση
USB port
θύρα
use
χρησιμότητα
use
χρήση
use
χρησιμοποιώ
use
συνηθίζω
use
καταναλώνω
used
χρησιμοποιημένος
used
μεταχειρισμένος
used to
συνηθισμένος
useful
χρήσιμος
useful
ωφέλιμος
useful idiot
χρήσιμος ηλίθιος
usefulness
χρησιμότητα
useless
άχρηστος
useless
μάταιος
user
χρήστης ναρκωτικών
user
χρήστρια ναρκωτικών
user
χρήστης
user
χρήστρια
user interface
διεπαφή χρήστη
username
χρηστώνυμο
username
όνομα χρήστη
usher
ταξιθέτης
usherette
ταξιθέτρια
Uskudar
Ουσκουντάρ
USSR
ΕΣΣΔ
usually
συνήθως
usufruct
επικαρπία
usurer
τοκογλύφος
usuress
τοκογλύφος
usurious
τοκογλυφικός
usurp
σφετερίζομαι
usurpation
αντιποίηση
usurper
σφετεριστής
usury
τοκογλυφία
utensil
εργαλείο
utensil
σκεύος
utensil
σύνεργο
utensil
εργαλείο
utensil
σύνεργο
uterine
μητρικός
utilise
αξιοποιώ
utilitarian
λειτουργικός
utilitarian
πρακτικός
utilitarian
ωφελιμίστρια
utilitarian
ωφελιμιστής
utilitarianism
ωφελιμισμός
utility function
συνάρτηση χρησιμότητας
utmost
άκρος
utmost
υπέρτατος
utopia
ουτοπία
utopian
ουτοπικός
utopian socialism
ουτοπικός σοσιαλισμός
Utrecht
Ουτρέχτη
Uttar Pradesh
Ούταρ Πραντές
Uttar Pradesh
Ούτταρ Πραντές
Uttarakhand
Ουταράχαντ
utter
απόλυτος
utter
ολοσχερής
utter
πλήρης
utter
αρθρώνω
utter
βγάζω
utter
εκφέρω
utter
λέω
utter
τραυλίζω
utter
ψελλίζω
uvula
σταφυλή
uvular
σταφυλικός
uxoricide
συζυγοκτόνος
uxoricide
συζυγοκτονία
uyezd
ουγέστ
Uzbekistan
Ουζμπεκιστάν