English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“A” Words

Aboriginal
Αβορίγινας
Aboriginal
αυτόχθων
Aboriginal
ιθαγενής
aboriginal
ιθαγενής
aboriginal
ιθαγενής
Aborigine
Αβορίγινας
aborigine
ιθαγενής
Aborigines
Αβορίγινες
abort
διακόπτω
abortion
έκτρωμα
abortion
έκτρωση
abortion
έκτρωση
abortion
άμβλωση
about
γύρω
about
σχεδόν
about
κοντά
about
γύρω από
about
για
about
περί
about time
καιρός ήταν
about-turn
μεταβολή
about-turn
μεταστροφή
above
πάνω
above
πάνω
above all
προπαντός
above average
άνω του μετρίου
above the law
υπεράνω του νόμου
above-mentioned
προαναφερθείς
abovesaid
προαναφερθείς
abovesaid
προλεχθείς
abracadabra
αβρακαδάβρα
abracadabra
αβρακαδάβρα
abracadabra
άμπρα κατάμπρα
abracadabra
αμπρακατάμπρα
Abraham
Αβραάμ
Abram
Αβράμ
abrasion
απόξεση
abrasion
εκτριβή
abrasion
αποξύρηση
abrasion
γρατζουνιά
abrasion
εκδορά
abrasive
τραχύς
abreaction
ψυχοκάθαρση
abreast
δίπλα-δίπλα
abroad
στο εξωτερικό
abroad
εξωτερικό
abroad
αλλοδαπή
abrogation
ακύρωση
abrogation
κατάργηση
abrupt
αιφνίδιος
abrupt
απροσδόκητος
abrupt
ξαφνικός
abrupt
απότομος
abrupt
κοφτός
abrupt
ασυνεχής
abrupt
απόκρημνος
abrupt
απότομος
abruptly
αιφνιδίως
abruptly
αποτόμα
abruptly
εσπευσμένως
Abruzzo
Αβρουζία
Absalom
Αβεσσαλώμ
abscess
απόστημα
abscisic acid
αψισικό οξύ
abscissa
τετμημένη
abscissin
αποσκισίνη
abscission
εκτομή
abscission zone
ζώνη αποκοπής
absence
απουσία
absent
απών
absent
ανύπαρκτος
absent
αφηρημένος
absent
απουσιάζω
absent-mindedness
αφηρημάδα
absentee
απών
absenteeism
απουσιασμός
absinthe
αψιθιά
absinthe
αψέντι
absolute
απόλυτος
absolute alcohol
απόλυτη αιθανόλη
absolute magnitude
απόλυτο μέγεθος
absolute superlative
απόλυτο
absolute zero
απόλυτο μηδέν
absolution
άφεση
absolutism
απολυτότητα
absolutism
απόλυτο
absolutism
απολυταρχία
absolutism
απολυτότητα
absolutism
απόλυτο
absolutism
απολυτοκρατία
absolutist
απολυτόφρονας
absolve
απαλλάσω
absolve
συγχωρώ
absorb
απορροφώ
absorb
αφομοιώνω
absorb
απορροφώ
absorbable
απορροφήσιμος
absorption
απορρόφηση
abstemious
εγκρατής
abstinence
εγκράτεια
abstinent
εγκρατής
abstinent
λιτοδίαιτος
abstinent
νηστευτής
abstract
θεωρητικός
abstract
αφηρημένος
abstract
δυσνόητος
abstract
αφηρημένος
abstract
περίληψη
abstract
επιτομή
abstract
σύνοψη
abstract
αφαίρεση
abstract
αφηρημένη τέχνη
abstract
απόσταγμα
abstract
εκχύλισμα
abstract
αποσπώ
abstract
διαχωρίζω
abstract
αποστάζω
abstract
αποσύρω
abstract
αφαιρώ
abstract
κλέβω
abstract
υπεξαιρώ
abstract
αφαιρούμαι
abstract
συνοψίζω
abstract algebra
αφηρημένη άλγεβρα
abstract art
αφηρημένη τέχνη
abstract class
αφηρημένη κλάση
abstract data type
αφηρημένος τύπος δεδομένων
abstract method
αφηρημένη μέθοδος
abstract noun
αφηρημένο ουσιαστικό
abstraction
αφαίρεση
abstruse
ασαφής
abstruse
δυσνόητος
abstruseness
ασάφεια
absurd
παράλογος
Abu Dhabi
Άμπου Ντάμπι
Abuja
Αμπούζα
Abuja
Αμπούτζα
abulia
αβουλία
abundant
άφθονος
abuse
κατάχρηση
abuse
κακοποίηση
abuse
(λεκτική) κακοποίηση
abuse
βρισιές
abuse
κακομεταχείριση
abuse
κακοποίηση
abuse
καταχρώμαι
abut
εδράζομαι
abutilon
αβούτιλο
Abydos
Άβυδος
abysmal
άπατος