English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“A” Words

abysmal
αβυσσαλέος
abysmal
απειροβαθής
abysmal
απύθμενος
abysmal
ανεκδιήγητος
abysmal
απερίγραπτος
abyss
άβυσσος
abyss
τάρταρα
abyss
άβυσσος
abyssal
αβυσσαλέος
abyssal
απειροβαθής
abyssal
απύθμενος
abyssal
αβυσσαίος
abyssal zone
αβυσσαία ζώνη
Abyssinia
Αβησσυνία
Abyssinian
αβησσυνιακός
Abyssinian
Αβησσυνός
abyssobenthic
αβυσσοβενθικός
abyssopelagic
αβυσσοπελαγικός
ac
ακός
ac
ιακός
acacia
ακακία
academian
ακαδημαϊκός
academic
πλατωνικός
academic
ακαδημαϊκός
academic
πλατωνιστής
academic
ακαδημαϊκός
academic quarter
ακαδημαϊκό τέταρτο
academic year
χρονιά
academician
ακαδημαϊκός
academicism
ακαδημαϊσμός
academy
ακαδημία
acajou
ακαζού
acajou
καστανοκόκκινο
acanthus
άκανθα
Acapulco
Ακαπούλκο
acardia
ακαρδία
Acarnania
Ακαρνανία
Acarnanian
ακαρνανική
Acarnanian
ακαρνανικό
Acarnanian
ακαρνανικός
acarology
ακαρολογία
acarus
άκαρι
acatalepsy
ακαταληψία
acathistus
Ακάθιστος ύμνος
acatholic
ακαθολικός
acceleration
επιτάχυνση
accelerometer
επιταχυνσιόμετρο
accent
τονισμός
accent
τόνος
accent
προφορά
accentuation
τονισμός
accept
δέχομαι
accept
αποδέχομαι
acceptable
αποδεκτός
acceptable
παραδεκτός
acceptable
δεκτός
acceptance
αποδοχή
access
πρόσβαση
access
ελευθεροκοινωνία
access
έκρηξη
access
ξέσπασμα
access
παροξυσμός
access
πρόσβαση
access
προσπέλαση
access code
κωδικός πρόσβασης
access specifier
τροποποιητής πρόσβασης
access violation
σφάλμα κατάτμησης
accessible
προσιτός
accessory
επικουρικός
accessory
συνεργός
accessory
αξεσουάρ
accessory
εξάρτημα
accessory
παρελκόμενο
accessory
συμπλήρωμα
accessory
συνεργός
accessory fruit
ψευδοκάρπιο
accessory fruit
ψευδοφρούτο
accident
ατύχημα
accident
συμβεβηκός
accident
ατύχημα
accident blackspot
καρμανιόλα
accidental
τυχαίος
accidental
αλλοίωση
accidentally
κατά λάθος
accidentally on purpose
καταλάθος εξεπίτηδες
acclimatization
εγκλιματισμός
accommodation
κατάλυμα
accompanying
συνοδευτικός
accomplice
συνεργός
accomplish
επιτυγχάνω
accomplishable
εφικτός
according to
σύμφωνα με
accordingly
επομένως
accordion
ακορντεόν
accordionist
ακορντεονίστας
accordionist
ακορντεονίστρια
account
λογαριασμός
account
αναφορά
account
λογαριασμός
account manager
υπεύθυνος διαχείρισης λογαριασμών
accountability
ευθύνη
accountability
υπευθυνότητα
accountability
αρμοδιότητα
accountable
αρμόδιος
accountable
υπόλογος
accountable
ευεξήγητος
accountancy
λογιστική
accountant
λογιστής
accountant
λογίστρια
accountant
λογίστρια
accountant
λογιστής
accounting
λογιστική
Accra
Άκκρα
accretion
επαύξηση
accretion
επισώρευση
accretion
πρόσφυση
acculturation
επιπολιτισμός
acculturational
επιπολιτισμικός
accumulation
συσσώρευση
accumulator
αποθησαυριστής
accumulator
αποταμιευτής
accumulator
ηλεκτρικός συσσωρευτής
accumulator
συσσωρευτής
accuracy
ακρίβεια
accurate
ακριβής
accursed
επάρατος
accursed
καταραμένος
accursed
επάρατος
accursed
επικατάρατος
accursed
καταραμένος
accusation
κατηγορία
accusative
αιτιατική
accusative
αιτιατική
accusatory
κατηγορητικός
accuse
κατηγορώ
accused
κατηγορούμενος
accuser
κατήγορος
ace
άσος
ace
άσσος
ace
άσος
acedia
οκνηρία
acentric
ακεντρικός
acerola
ασερόλα
Aceso
Ακεσώ
acetaldehyde
ακεταλδεΰδη
acetamide
αιθαναμίδιο
acetamide
ακεταμίδιο
acetic acid
οξικό οξύ
acetic acid
αιθανικό οξύ
acetone
ακετόνη