English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“A” Words

as usual
ως συνήθως
as well
επίσης
as well
κιόλας
as well as
καθώς και
as you make your bed, so you must lie in it
όπως στρώσεις, θα κοιμηθείς
as you sow, so shall you reap
όπως στρώσεις, θα κοιμηθείς
Asa
Ασά
asbestos
αμίαντος
Ascanius
Ασκάνιος
ascend
ανεβαίνω
Ascension
Ανάληψη
ascension
ανάβαση
Ascension Day
Ανάληψη
Ascension Island
Νήσος Αναλήψεως
ascertain
διαπιστώνω
ascetic
ασκητικός
ascetic
ασκήτρια
ascetic
ασκητής
ascites
ασκίτης
Asclepius
Ασκληπιός
ASD
ΔΑΦ
ASEAN
ΕΧΝΑ
aseptic
άσηπτος
asexual
άγαμος
asexual
άφυλος
asexual
ασεξουαλικός
asexual
άφυλος
asexual
άγαμος
asexual
άφυλος
asexuality
ασεξουαλικότητα
Asgard
Άσγκαρντ
ash
μελιά
ash
φλαμούρι
ash
στάχτη
ash
τέφρα
ash pan
τεφροδόχη
ash tree
μελιά
ash tree
φλαμουριά
ash tree
φράξος
Ash Wednesday
πρώτη Τετάρτη της Σαρακοστής
ash-colored
τεφροειδής
ash-colored
τεφρώδης
ashamed
αισχρός
ashamed
επονείδιστος
ashcan
σκουπιδοτενεκές
ashen
μέλινος
ashen
σταχτής
Ashgabat
Ασγκαμπάτ
Ashkenazi
ασκενάζι
Ashkenazi
ασκενάζι
Ashoka
Ασόκα
ashore
παραλιακά
ashtray
τασάκι
ashtray
σταχτοδοχείο
Asia
Ασία
Asia Minor
Μικρά Ασία
Asian
ασιατικός
Asian
ασιάτικος
Asian
Ασιάτης
Asian
Ασιάτισσα
Asian lion
ασιατικό λιοντάρι
Asian lion
ινδικό λιοντάρι
Asian lion
λέων ο περσικός
Asian pear
αχλαδόμηλο
asininity
γαϊδουριά
ask
ρωτώ
ask
παρακαλώ
ask
ζητώ
ask for
ζητώ
ask for it
πάω γυρεύοντας
asleep
αποκοιμισμένος
asleep
κοιμισμένος
asleep
κοιμισμένος
asleep
μουδιασμένος
Asmara
Ασμάρα
asocial
ακοινώνητος
asp
αστρίτης
asparagine
ασπαραγίνη
asparagus
σπαράγγι
asparagus
ασπάραγος
aspartic acid
ασπαρτικό οξύ
aspect
άποψη
aspect
όψη
aspect
(ρηματική) όψη
aspect
ποιόν ενεργείας
aspect ratio
λόγος διαστάσεων
Asperger's syndrome
σύνδρομο Άσπεργκερ
aspergillum
αγιαστούρα
asphalt
άσφαλτος
asphalt
ασφαλτοστρώνω
asphalt road
άσφαλτος
asphalt road
ασφαλτόδρομος
asphodel
ασφόδελος
asphyxia
ασφυξία
aspic
πηχτή
aspic
πηκτή
aspiration
ιδανικό
aspiration
φιλοδοξία
aspirin
ασπιρίνη
ass eating
γλειφοκώλι
ass-licker
κωλογλύφτης
Assam
Άσαμ
Assam
Ασσάμ
assassin
ασσασίνος
assassin
δολοφόνος
assassinate
εκτελώ
assassination
δολοφονία
assault
προσβολή
assay
αναλύω
assembler
συμβολομεταφραστής
assembly
συναρμολόγηση
assembly
συνάθροιση
assembly
συνέλευση
assembly
σύνοδος
assembly language
συμβολική γλώσσα
Assen
Άσσεν
assert
διακηρύσσω
assert
ισχυρίζομαι
assert
υποστηρίζω
assert oneself
αυτοπροβάλλομαι
assess
αξιολογώ
assess
αποτιμώ
assess
εκτιμώ
assess
υπολογίζω
assessor
εκτιμητής
asset
ενεργητικό
asset
περιουσιακό στοιχείο
assets
ενεργητικό
assiduous
εργατικός
assiduous
επιμελής
assiduously
επιμελώς
assign
αναθέτω
assign
εκχωρώ
assimilate
αφομοιώνω
assimilation
αφομοίωση
assimilative
αφομοιωτικός
Assisi
Ασίζη
assist
βοηθώ
assist
δίνω ασίστ
assistance
βοήθεια
assistant
βοηθητικός
assistant
βοηθός
assisted suicide
υποβοηθούμενη αυτοκτονία
associate
συνεργάτης
associate professor
αναπληρωτής καθηγητής
association
σύνδεσμος
association
σύλλογος
associative
προσεταιριστικός
assumption
ανάληψη
assumption
υπόθεση