English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“A” Words

atimy
ατιμία
Atlanta
Ατλάντα
Atlantic bonito
παλαμίδα
Atlantic Ocean
Ατλαντικός Ωκεανός
Atlantis
Ατλαντίδα
Atlas
Άτλας
atlas
άτλαντας
atlas
άτλας
atlas
άτλας
Atlas Mountains
Όρη Άτλαντα
ATM
ΑΤΜ
atmosphere
ατμόσφαιρα
atmospheric
ατμοσφαιρικός
atmospheric pressure
ατμοσφαιρική πίεση
atoll
ατόλλη
atoll
ατόλη
atom
άτομο
atomic
ατομικός
atomic bomb
ατομική βόμβα
atomic number
ατομικός αριθμός
atomic radius
ατομική ακτίνα
atomizer
ψεκαστήρας
atonement
επανόρθωση
atonement
εξιλέωση
atopic
ατοπικός
Atreid
Ατρείδης
atrial fibrillation
κολπική μαρμαρυγή
atrium
αίθριο
atrium
κόλπος
atrocity
βαρβαρότητα
atrocity
θηριωδία
atrocity
ωμότητα
Atropatene
Ατροπατήνη
atrophy
ατροφία
atrophy
ατροφώ
atrophy
μαραίνομαι
atropine
ατροπίνη
attach
επισυνάπτω
attachment
επισύναψη
attachment
αφοσίωση
attachment
εξάρτηση
attachment
εξάρτημα
attachment
προσάρτηση
attachment
κατάσχεση
attack
επίθεση
attack
επίθεση
attack
έφοδος
attack
κρίση
attack
προσβολή
attack
ανάκρουση
attack
επιτίθεμαι
attack
επιτίθεμαι
attack
καταπιάνομαι
attain
επιτυγχάνω
attain
κατορθώνω
attain
πετυχαίνω
attainable
επιτευκτός
attainable
εφικτός
Attalia
Αττάλεια
attempt
απόπειρα
attempt
προσπάθεια
attempt
απόπειρα
attempt
αποπειρώμαι
attempt
επιχειρώ
attempt
προσπαθώ
attend
παρίσταμαι
attend
παραβρίσκομαι
attend
παρευρίσκομαι
attend
μεριμνώ
attend
φροντίζω
attendance
παρουσία
attendance
απουσίες
attention
προσοχή
attention
φροντίδα
attention
περιποίηση
attention deficit hyperactivity disorder
ΔΕΠΥ
attention deficit hyperactivity disorder
διαταραχή ελλειμματικής προσοχής/υπερκινητικότητας
attentive
προσεκτικός
attestation
επιβεβαίωση
attestation
μαρτυρία
Attic
αττικός
attic
σοφίτα
Attic Greek
Αττική διάλεκτος
Attic salt
Αττικόν άλας
Attica
Αττική
Atticize
αττικίζω
Attila
Αττίλας
attitude
στάση
attitude
στάση
attitude
διάθεση
attitude
προδιάθεση
attorney
δικηγόρος
attorney
νομικός σύμβουλος
attorney
πληρεξούσιος
attract
ελκύω
attract
προσελκύω
attract
έλκω
attract
ελκύω
attract
προσελκύω
attraction
έλξη
attraction
έλξη
attraction
δέλεαρ
attraction
θέλγητρο
attraction
πόλος έλξης
attractive
ελκυστικός
attributable
αποδόσιμος
attrition
τριβή
attrition
φθορά
attrition
εξάντληση
ATV
όχημα παντός εδάφους
au contraire
αντίθετα
au contraire
τουναντίον
au revoir
ορεβουάρ
au revoir
στο επανιδείν
aubergine
μελιτζανί
auburn
καστανέρυθρο
auburn
καστανοκόκκινο
Auckland
Όκλαντ
Auckland
Ώκλαντ
auction
δημοπρασία
auction
πλειστηριασμός
auction
πλειστηριάζω
auction
δημοπρασία
auctioneer
δημοπράτης
auctioneer
εκπλειστηριαστής
auctioneer
δημοπρατώ
auctioneer
πλειστηριάζω
audacity
θράσος
audacity
τόλμη
Aude
Ωντ
audibility
ακουστικότητα
audible
ακουστός
audience
ακροατήριο
audience
κοινό
audience
ακρόαση
audience
κοινό
audio
ήχου
audio
ακουστικός
audio
ηχητικός
audio
ήχος
audio cassette
κασέτα ήχου
audio frequency
ηχοσυχνότητα
audiobook
ηχητικό βιβλίο
audiogram
ακοόγραμμα
audiology
ακοολογία
audiology
ακουολογία
audiometer
ακοόμετρο
audiometric
ακοομετρικός
audiometrist
ακοομέτρης
audiometry
ακοομετρία