English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“C” Words

cupola
θόλος
cupola
τρούλλος
cupola
πυργίσκος
cupping
βεντούζες
cupping glass
βεντούζα
cupronickel
χαλκονικέλιο
cur
κοπρίτης
Curaçao
Κουρασάο
curcumin
κουρκουμίνη
curd
τυρόπηγμα
cure
θεραπεία
cure
θεραπεύω
curettage
απόξεση
curette
ξέστρο
curfew
απαγόρευση κυκλοφορίας
curiosity
περιέργεια
curiosity killed the cat
η περιέργεια σκότωσε τη γάτα
curious
περίεργος
Curitiba
Κουριτίμπα
curium
κιούριο
curlew
νουμήνιος
curlew
τουρλί
curlew
τουρλίδα
curlew sandpiper
δρεπανοσκαλίδρα
curlew sandpiper
κοτσινονεραλλίδι
curling
κέρλινγκ
curly
κατσαρός
curly bracket
άγκιστρο
curly bracket
μύστακας
currant
κορινθιακή σταφίδα
currency
νόμισμα
current
παρών
current
τωρινός
current
τρέχων
current
ρεύμα
current
εντάση
current
ρεύμα
current account
Ισοζύγιο Τρεχουσών Συναλλαγών
current asset
βραχυπρόθεσμο ενεργητικό
current asset
κυκλοφορούν ενεργητικό
curriculum
διδακτέα ύλη
curriculum
πρόγραμμα σπουδών
curriculum vitae
βιογραφικό σημείωμα
curry
κάρυ
curry
κάρυ
curry
κάρι
curry powder
κάρρυ σκόνη
curry tree
κάρυ δέντρο
curse
κατάρα
curse
αναθεματίζω
curse
βρίζω
cursed
καταραμένος
cursor
κέρσορας
cursor
δείκτης
cursor
δρομέας
cursor
δείκτης
curtain
κουρτίνα
curtain
αυλαία
curvature
καμπυλότητα
curvature
κυρτότητα
curvature
καμπυλότητα
curve
καμπύλη
curve
καμπύλες
curve
καμπύλη
cushat
φάσσα
cushion
μαξιλάρι
cushion
σπόντα
cushion
στρώμα
cusp
αιχμή
cusp
ακμή
cusp
φύμα
cuspid
κυνόδοντας
cuss
βλαστημώ
cuss
βλασφημώ
custom
συνήθεια
custom house
τελωνείο
custom house
τελωνειακός σταθμός
customary
εθιμικός
customer
πελάτης
customer
πελάτισσα
customer
θαμώνας
customer support
υποστήριξη πελατών
customs
δασμός
customs
τελωνείο
customs officer
τελωνειακός
customs union
τελωνειακή ένωση
cut
κομμένος
cut
περιτετμημένος
cut
κομμάτι
cut
κόψιμο
cut
κόψιμο
cut
τομή
cut
κόβω
cut
βγάζω
cut
κάνω κοπάνα
cut
αποκοπή
cut
πηδάω
cut
κόβω
cut
βγάζω
cut
μειώνω
cut and dried
ευσαφές
cut and dried
ευσαφής
cut to the chase
μπαίνω στο ψητό
cutaneous
δερματικός
cute
χαριτωμένος
cute
χαριτωμένη
cute
χαριτωμένο
cutler
μαχαιροποιός
cutlery
μαχαιροπήρουνα
cutlet
κοτολέτα
cutlet
παϊδάκι
cutpurse
πορτοφολάς
cutter
κότερο
cutting
κόψιμο
cutting
απόκομμα
cutting
ξεμασκαλίδι
cutting
όρυγμα
cutting board
ξύλο κοπής
cutting edge
κοπτική ακμή
cutting edge
στην αιχμή της τεχνολογίας
cuttlefish
σουπιά
cuttlefish bone
σουπιοκόκαλο
cutwork
αζούρ
cuzz
"ξα"
CV
ΒΣ
cyan
κυανός
cyan
κυανός
cyanide
κυανίδιο
cyanide
κυάνιο
cyanobacterium
κυανοβακτήριο
cyanosis
κυάνωση
cyanotype
κυανοτυπία
cyathium
κυάθιο
Cybele
Κυβέλη
cyber-
κυβερνο-
cyberattack
κυβερνοεπίθεση
cybercrime
κυβερνοέγκλημα
cyberdefense
κυβερνοάμυνα
cybernetic
κυβερνητικός
cybernetics
κυβερνητική
cyberpunk
κυβερνοπάνκ
cybersecurity
κυβερνοασφάλεια
cyberspace
κυβερνοχώρος
cyberwarfare
κυβερνοπόλεμος
cyborg
σάιμποργκ
cyborg
άνθρωπος ρομπότ
Cyclades
Κυκλάδες
Cycladic
κυκλαδίτικος
Cycladic
κυκλαδικός
cyclamen
κυκλάμινο