English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“C” Words

crumb
ψίχουλο
crumb
ψίχα
crumple
ζαρώνω
crumple
τσαλακώνω
crumple
καταρρέω
crumple
σωριάζομαι
crumple
σωριάζω
crumple
ζαρώνω
crumple
καταρρέω
crumple
σωριάζομαι
crunch
δαγκώνω
crunch
λαχταρώ
crunch
μασάω
crunch
μασουλίζω
crunch
μασώντας δυνατά
crunch
τραγανίζω
crunch
ροκανίζω
crunch
τρίζω
crunchy
τραγανιστός
Crusade
σταυροφορία
crusade
σταυροφορία
crusader
σταυροφόρος
crush
λιώνω
crush
συνθλίβω
crush
συντρίβω
crush
συνθλίβω
crush
συντρίβω
crush
λιώνω
crushing
συντριπτικός
crust
φλοιός
crust
επίπαγος
crust
κόρα
crust
φλοιός
crust
φλοιός
crust
κόρα
crustacean
καρκινοειδή
crusty
ξεροψημένος
crusty
κακότροπος
crutch
δεκανίκι
crutch
πατερίτσα
cry
κλάμα
cry
κραυγή
cry
κλαίω
cry
αντηχώ
cry
γκαρίζω
cry
διαλαλώ
cry
ηχώ
cry
κραυγάζω
Cryogenian
Κρυογενής
cryogenics
κρυογενετική
cryometer
κρυόμετρο
cryonics
κρυονική
cryoscope
κρυοσκόπιο
cryoscopic
κρυοσκοπικός
cryoscopy
κρυοσκοπία
cryostasis
κρυοστασία
cryostatic
κρυοστατικός
crypt
κρύπτη
cryptanalysis
κρυπτανάλυση
cryptic
κρυπτικός
crypto-
κρυπτο-
cryptocracy
κρυπτοκρατία
cryptocurrency
κρυπτονόμισμα
cryptogam
κρυπτογάμη
cryptography
κρυπτογραφία
cryptorchidism
κρυψορχία
crystal
κρύσταλλος
crystal
κρύσταλλο
crystal
κρύσταλλο
crystal
κρύσταλλος
crystalline
κρυσταλλικός
crystallization
κρυστάλλωση
crystallography
κρυσταλλογραφία
csardas
τσάρντας
ctenophore
κτενοφόρο
Cthulhu
Κθούλου
Cub Scout
λυκόπουλο
Cuba
Κούβα
Cuban
κουβανικός
Cuban
Κουβανός
Cuban
Κουβανή
cube
κύβος
cube root
κυβική ρίζα
cubic
κυβικός
cubic centimetre
κυβικό εκατοστό
cubism
κυβισμός
cubit
πήχης
cuckold
κερατάς
cuckold
κερατώνω
cuckoo
κούκος
cuckoo clock
ρολόι κούκου
cucumber
αγγούρι
cucumber
αγγουριά
cudgel
ρόπαλο
cue
κιου
cuff
μανσέτα
cuff
ρεβέρ
cufflink
μανικετόκουμπο
cuirass
θώρακας
cuisine
κουζίνα
cuisine
μαγειρική
cul-de-sac
κόλπωμα
culinary
μαγειρικός
culinary
εδεσματολογικός
culinary art
μαγειρική
culmination
μεσημβρινή διάβαση
culprit
ένοχος
culprit
φταίχτης
cult
θρησκεία
cult
δόγμα
cult
λατρεία
cult
αίρεση
cultivable
καλλιεργήσιμος
cultivated
καλλιεργημένος
cultivator
σκαλιστήρι
cultivator
καλλιεργητής
cultural Marxism
πολιτιστικός μαρξισμός
Cultural Revolution
Πολιτιστική Επανάσταση
Cultural Revolution
πολιτιστική επανάσταση
culture
πολιτισμός
culture
πολιτισμός
culture
νοοτροπία
culture
καλλιέργεια
culture
παράδοση
culture
καλλιεργώ
Cuman
Κουμάνοι
Cuman
Κουμάνος
cumin
κύμινο
cumulative
αθροιστικός
cumulative
συσσωρευτικός
cumulonimbus
σωρειτομελανίας
cuneiform
σφηνοειδής
cuneiform
σφηνοειδής γραφή
cuneiform
σφηνοειδής
Cuneo
Κούνεο
cunnilingus
αιδοιολειξία
cunnilingus
γλειφομούνι
cunning
πονηριά
cup
φλιτζάνι
cup
κύπελλο
cup
κούπα
cup
φλιτζάνι
cup
κούπα
cup of tea
φλιτζάνι τσάι
cupbearer
οινοχόος
cupboard
ντουλάπι
cupboard
ερμάριο
Cupid
Έρως
Cupid
Κιούπιντ
Cupid
Έρως