English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“C” Words

crack
σπάω
crack
τρελαίνομαι
crack
κάνω κρότο
crack
τρίζω
crack cocaine
κρακ
crackdown
καταστολή
crackdown
πάταξη
cracy
κρατία
cradle
κούνια
craft
σκάφος
craftsman
τεχνίτης
craggy
βραχώδης
cram school
φροντιστήριο
cramp
κράμπα
cranberry
κρανμπερι
crane
γερανός
crane operator
χειριστής γερανού
cranefly
αλογατάκι
craniotomy
κρανιοτομή
crank
λοξίας
crank
μονομανής
crank
στρόφαλος
crankcase
στροφαλοθάλαμος
crankshaft
στροφαλοφόρος άξονας
crash
πλακώνω
crasis
κράση
crat
κράτης
Crater
Κρατήρ
crater
κρατήρας
cratic
κρατικός
craving
λαχτάρα
craving
δίψα
craving
πόθος
crawl
κρόουλ
crawl
έρπω
crawl
κάνω κρόουλ
crawl
μπουσουλάω
crayfish
καραβίδα
crayfish
ποταμοκαραβίδα
crayon
κηρομπογιά
crazy
τρελός
cream
κρεμ
cream
κρέμα γάλακτος
cream
κρέμα
cream
κρεμ
cream
κρέμα
cream
κρέμα
cream puff
σου
create
δημιουργώ
create
πλάθω
creatine
κρεατίνη
creation
δημιουργία
creation
δημιούργημα
creation
δημιουργία
creation
πλάση
creationism
δημιουργισμός
creative
δημιουργικός
creative accounting
δημιουργική λογιστική
creativity
δημιουργικότητα
Creator
Δημιουργός
creator
δημιουργός
creature
δημιούργημα
creature
πλάσμα
credential
διαπιστευτήριο
credential
πιστοποιητικό
credible
αξιόπιστος
credit card
πιστωτική κάρτα
credit risk
πιστωτικός κίνδυνος
credit union
πιστωτικός συνεταιρισμός
creditor
δανειστής
creditor
πιστωτής
credulous
εύπιστος
creed
δόγμα
creed
πίστη
creed
πιστεύω
creeper
περπατούρα
creeper
άνερπων
creeper
αναρριχητικό φυτό
creepy-crawly
μαμούδι
creepy-crawly
μαμούνι
cremation
αποτέφρωση
crematorium
κρεματόριο
Cremona
Κρεμόνα
creole
μιγάδα
creole
μιγάς
creole
κρεολή γλώσσα
creosote
κρεόζωτο
creperie
κρεπερί
crepitus
κριγμός
Cres
Χέρσος
crescent
δρεπανοειδής
crescent
μηνοειδής
crescent
ημισέληνος
crescent moon
μισοφέγγαρο
cress
κάρδαμο
crested lark
κατσουλιέρης
Cretaceous
Κρητιδική
Cretan
κρητικός
Cretan
Κρητικός
Cretan
Κρής
Cretan
Κρήσσα
Cretan
Κρητικιά
Crete
Κρήτη
cretin
κρετίνος
cretin
κρετίνος
cretin
ηλίθιος
cretinism
κρετινισμός
cretinous
κρετινικός
Creutzfeldt-Jakob disease
νόσος Κρόιτσφελντ-Γιάκομπ
Creutzfeldt-Jakob disease
σπογγώδης εγκεφαλοπάθεια των βοοειδών
crew
συμμορία
crew
συνεργείο
crew
συνεργείο
crew
συμμορία
crew
πλήρωμα
crew
επανδρώνω
crib
κούνια
crib
παχνί
crib
σκονάκι
cricket
γρύλος
cricket
τριζόνι
cricket
κρίκετ
crime
έγκλημα
crime
αδίκημα
crime
εγκληματικότητα
crime
έγκλημα
crime against humanity
έγκλημα κατά της ανθρωπότητας
crime against nature
παρά φύσιν έγκλημα
Crimea
Κριμαία
Crimean
κριμαϊκός
Crimean peninsula
Κριμαϊκή Χερσόνησος
Crimean Tatar
Κριμαϊκή Ταταρική γλώσσα
Crimean War
Κριμαϊκός Πόλεμος
criminal
εγκληματικός
criminal
ποινικός
criminal
εγκληματικός
criminal
εγκληματίας
criminal code
ποινικός κώδικας
criminal lawyer
ποινικολόγος
criminalize
ποινικοποιώ
criminologist
εγκληματολόγος
criminology
εγκληματολογία
crimson
βαθυκόκκινος
crimson
βυσσινής
crimson
βαθύ κόκκινο
crimson
βυσσινί
crinkle
θροΐζω
crippled
ανάπηρος
crippled
σακάτης
crisis
κρίση