English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“C” Words

counteraction
αντενέργεια
counterargument
αντεπιχείρημα
counterclaim
ανταγωγή
countercoup
αντιπραξικόπημα
counterdemonstration
αντιδιαδήλωση
counterespionage
αντικατασκοπία
counterexample
αντιπαράδειγμα
counterfeit
κίβδηλος
counterfeit
πλαστός
counterfeit
ψεύτικος
counterfeit
παραχαράσσω
counterfeit
πλαστογραφώ
counterfeiter
παραχαράκτης
counterfeiter
πλαστογράφος
counterintuitive
αντιδιαισθητικός
countermeasure
αντίμετρο
counteroffer
αντιπροσφορά
counteroffer
αντιπρόταση
counteroffer
αντιπροσφέρω
counterpart
ομόλογος
counterpart
ομόλογη
counterpart
ομόλογος
counterplan
αντισχέδιο
counterpoint
εναρμόνιση
counterproductive
αντιπαραγωγικός
counterpropaganda
αντιπροπαγάνδα
counterproposal
αντεισήγηση
counterrevolution
αντεπανάσταση
counterrevolutionary
αντεπαναστατικός
counterrevolutionary
αντεπαναστάτης
counterrevolutionary
αντεπαναστάτρια
counterscarp
αντίκρημνο
countersignature
προσυπογραφή
counterweight
αντίβαρο
countess
κόμισσα
countless
αμέτρητος
countless
αναρίθμητος
country
αγροτικός
country
εξοχικός
country
επαρχιώτικος
country
χώρα
country
επαρχία
country bumpkin
χωριάτης
country music
κάντρι μουσική
countryman
αγρότης
countryman
αγρότισσα
countryside
εξοχή
countryside
ύπαιθρος
countrywoman
αγρότισσα
county
κομητεία
county
κομητεία
county
επαρχία
county
νομός
county
περιφέρεια
coup d'état
πραξικόπημα
coup de grâce
χαριστική βολή
couple
ζευγάρι
couple
ζεύγος
couplet
κουπλέ
coupling
ζευγάρωμα
coupling
σύζευξη
coupling
ζευκτήρας
coupling
ένωση
coupling
σύνδεση
coupon
απόκομμα
courage
θάρρος
courage
κουράγιο
courage
γενναιότητα
courage
ανδρεία
courage
θάρρος
courage
κουράγιο
courageous
γενναίος
courageous
θαρραλέος
courageousness
ψυχή
courgette
κολοκυθάκι
court
αυλή
court
δικαστήριο
court
δικαστήριο
court
γήπεδο
court
γήπεδο
court
ερωτοτροπώ
court jester
γελωτοποιός
court martial
ναυτοδικείο
court martial
στρατοδικείο
court of cassation
Άρειος Πάγος
court of law
δικαστήριο
courteous
αβρόφρων
courtesan
κοκότα
courtesy
αβροφροσύνη
courtesy
αβρότητα
courtesy
αβρότητα
courthouse
δικαστικό μέγαρο
courtier
αυλικός
courtier
κόλακας
courtyard
αυλή
cousin
μακρινός ξάδερφος
cousin
ξάδερφος
cousin
ξάδελφος
covalence
ομοιοπολικότητα
covalent
ομοιοπολικός
covalent bond
ομοιοπολικός δεσμός
cove
σπήλαιο
cove
θόλος
cove
όρμος
covenant
σύμφωνο
covenant
συμφωνία
covenant
συνθήκη
covenant
σύμβαση
Coventry
Κόβεντρι
cover
καπάκι
cover
εξώφυλλο
cover
διασκευάζω
cover up
κουκουλώνω
cover version
διασκευή
cover-up
συγκάλυψη
coverslip
καλυπτρίδα
covetous
ζηλόφθων
covetous
φθονερός
covidiot
κορονοβλάκας
cow
αγελάδα
coward
δειλός
coward
άνανδρος
coward
φοβιτσιάρης
coward
κιοτής
coward
κότα
coward
φοβητσιάρης
cowardice
δειλία
cowardice
ανανδρία
cowardly
δειλός
cowboy
αγελαδάρης
cowboy
ατζαμής
cowboy hat
καουμπόικο καπέλο
coworker
συνεργάτης
cowpat
σβουνιά
cowpie
σβουνιά
cowshed
βουστάσιο
coyote
κογιότ
CP
ΚΚ
CPSU
ΚΚΣΕ
CPU
ΚΜΕ
crab
καβούρι
crab
καρκίνος
crack
ρωγμή
crack
ράγισμα
crack
ρήγμα
crack
χαραμάδα
crack
κρότος
crack
τριγμός
crack
ευθυμία
crack
ραγίζω