English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“C” Words

COPD
ΧΑΠ
cope
αντεπεξέρχομαι
Copenhagen
Κοπεγχάγη
copepod
κωπήποδο
copepod
κωπήποδα
copernicium
κοπερνίκιο
Copernicus
Κοπέρνικος
copier
αντιγραφέας
copier
αντιγραφικό μηχάνημα
copier
φωτοτυπικό μηχάνημα
copier
αντιγραφέας
coplanar
συνεπίπεδος
copper
χάλκινος
copper
χαλκός
copper
μπακίρι
copper
μπάτσος
copper
χάλκινο
copper
χαλκός
copper
χάλκινο νόμισμα
Copper Age
Χαλκολιθική Περίοδος
coppersmith
χαλκοπλάστης
coppersmith
χαλκουργός
coppersmith
χαλκωματάς
copra
καρυδόψιχα
Copt
Κόπτης
Copt
Κόπτισσα
Coptic
κοπτικός
Coptic
Κοπτική
Coptic
κοπτικά
copula
συνδετικό ρήμα
copulation
συνουσία
copy
αντίγραφο
copy
κακέκτυπο
copy
αντίτυπο
copy
αντιγράφω
copy
αντιγράφω
copy
μιμούμαι
copy
πλαστογραφώ
copyable
αντιγράψιμος
copying
αντιγραφή
copyist
αντιγραφέας
copyright
δικαιώματα δημιουργού
copyright
πνευματικά δικαιώματα
copyright
κατοχυρώνω
coq au vin
κόκορας κρασάτος
coquetry
ακκισμός
coquetry
νάζι
cor anglais
αγγλικό κόρνο
cor anglais
κορ ανγκλέ
coral
κοράλλι
coral
κοραλλί
coral
κοράλλι
coral reef
κοραλλιογενής ύφαλος
Coral Sea
Θάλασσα των Κοραλλίων
coral tree
ερυθρίνα
coralligenous
κοραλλιογενής
corban
κουρμπάν
Corcyra
Κέρκυρα
cord
σχοινί
cordate
καρδιοειδής
cordate
καρδιόσχημος
Cordelia
Κορδηλία
cordial
εγκάρδιος
cordial
εγκάρδιος
cordial
θερμός
cordial
σιρόπι
corduroy
κοτλέ
core
πυρήνας
core inflation
δομικός πληθωρισμός
Corfiot
κερκυραϊκός
Corfiot
κερκυραίικος
Corfiot
Κερκυραίος
Corfiot
Κερκυραία
Corfu
Κέρκυρα
coriander
κόλιαντρος
coriander
κόλιανδρος
Corinth
Κόρινθος
Corinthia
Κορινθία
Corinthian
κορινθιακός
Corinthian
Κορίνθιος
Corinthian
Κορίνθια
Corinthians
Κορινθίους
Cork
Κορκ
cork
φελλός
corkscrew
τιρμπουσόν
cormorant
κορμοράνος
cormorant
ευρωπαϊκός κορμοράνος
cormorant
φαλακροκόρακας
corn
κάλος
corn
αλατίζω
corn oil
αραβοσιτέλαιο
corn oil
καλαμποκέλαιο
corn salad
λυκοτρίβολο
cornbread
καλαμποκόψωμο
cornea
κερατοειδής χιτώνας
corned
παστός
corned beef
παστό βοδινό
cornel
κρανιά
cornel
κράνο
corner
γωνία
corner
γωνία
corner
γωνιά
corner
γωνιά
corner
γωνία
corner
στρίβω
corner
στριμώχνω
corner kick
κόρνερ
cornerstone
ακρογωνιαίος λίθος
cornet
κορνέτα
cornet
κορνέτο
cornfield
αραβοσιτώνας
cornflakes
κορνφλέικς
cornflour
άνθος αραβοσίτου
cornice
κορωνίδα
cornmeal
καλαμποκάλευρο
cornstarch
μαϊζένα
cornstarch
νισεστές
cornucopia
κέρας της Αμάλθειας
Cornwall
Κορνουάλη
corny
σαχλός
corny
τετριμμένος
corny
τετριμμένος
corolla
στεφάνη
corollary
πόρισμα
corona
στεφάνη
corona
στέμμα
corona
κορώνα
corona
κορώνα
corona
στέμμα
Corona Australis
Νότιος Στέφανος
Corona Borealis
Βόρειος Στέφανος
coronagraph
στεμματογράφος
coronal plane
μετωπιαίο επίπεδο
coronal plane
στεφανιαίο επίπεδο
coronary
στεφανιαίος
coronary
στεφανιαία
coronary artery
στεφανιαία αρτηρία
coronation
στέψη
coronavirus
κορονοϊός
coronavirus
κοροναϊός
coronavirus
κορωναϊός
coronavirus
κορωνοϊός
coroner
ιατροδικαστής
corporal
υποδεκανέας
corporal punishment
σωματική ποινή
corporation
ανώνυμη εταιρία
corps
σώμα
corpse
πτώμα
corpse
κουφάρι
corpulent
παχύσαρκος