English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“C” Words

contingency
ενδεχόμενο
contingent
ενδεχόμενο
continuant
εξακολουθητικό
continuation
εξακολούθηση
continuation
συνέχιση
continuation
συνέχεια
continue
συνεχίζω
continue
εξακολουθώ
continue
συνεχίζω
continuity
συνέχεια
continuous
αδιάκοπος
continuous
διαρκής
continuous
συνεχής
continuous
εξακολουθητικός
continuum
συνεχές
contour
ισοϋψής
contour interval
ισοδιάσταση
contour line
ισοϋψής καμπύλη
contraband
λαθρεμπόριο
contraband
κοντραμπάντο
contrabassoon
κόντρα φαγκότο
contraception
αντισύλληψη
contraceptive
αντισυλληπτικός
contraceptive
αντισυλληπτικό
contract
συμβόλαιο
contractor
εργολάβος
contradiction
αντίκρουση
contradiction
αντίφαση
contradiction
αντινομία
contradictoriness
αντιφατικότητα
contradictory
αντιφατικός
contradistinction
αντιδιαστολή
contradistinguish
αντιδιαστέλλω
contraindicate
αντενδείκνυμαι
contraindication
αντένδειξη
contrapuntal
αντιστικτικός
contrarian
πνεύμα αντιλογίας
contrast
αντιπαραβάλλω
contribute
συνεισφέρω
contribute
συμβάλλω
contribution
εισφορά
contribution
συνεισφορά
contribution
συνεισφορά
contrite
συντετριμμένος
contrived
σκηνοοθετημένος
contrived
σχεδιασμένος
control
έλεγχος
control
γραφικό στοιχείο
control
ελέγχω
control character
χαρακτήρας ελέγχου
control tower
πύργος ελέγχου
controller
ελεγκτής
controller
διευθυντής
controversial
αμφιλεγόμενος
controversy
διαμάχη
contuse
μωλωπίζω
conundrum
αίνιγμα
conundrum
γρίφος
conundrum
σπαζοκεφαλιά
conundrum
δίλημμα
convalescence
ανάρρωση
convector
θερμοπομπός
convenience
άνεση
convenience
άνεση
convenience
ευκολία
convenience store
μίνι μάρκετ
convenience store
ψιλικατζίδικο
convenient
βολικός
convention
σύμβαση
conventionalism
συμβασιοκρατία
converge
συγκλίνω
convergence
σύγκλιση
convergent
συγκλίνων
convergent evolution
συγκλίνουσα εξέλιξη
conversation
κουβέντα
conversation
συνομιλία
conversation
συζήτηση
conversation
συνδιάλεξη
conversation
συνδιάλλαξη
converse
συνδιαλέγομαι
converse
συνομιλώ
conversion
μεταστροφή
convert
προσήλυτος
convert
νεοφώτιστος
convert
μετατρέπω
convert
προσηλυτίζω
converter
μετατροπέας
convertible mark
μετατρέψιμο μάρκο
convex
κυρτός
convict
κατάδικος
convict
εξόριστος
convict
κατάδικος
convict
καταδικάζω
conviction
πεποίθηση
conviction
πίστη
conviction
καταδίκη
convince
πείθω
convincing
πειστικός
convincingly
πειστικά
convincingly
πειστικώς
convoy
νηοπομπή
convoy
κονβόι
convoy
νηοπομπή
convulsion
σπασμός
convulsion
σύσπαση
convulsion
κρίση
convulsion
σπασμός
convulsion
αναστάτωση
convulsion
αναταραχή
coo
γουργούρισμα
coo
γουργουρίζω
cook
μάγειρας
cook
μαγείρισσα
cook
μαγειρεύω
cook
παρασκευάζω
cook
ψήνομαι
Cook Islander
από τα Νησιά Κουκ
Cook Islands
Νήσοι Κουκ
cook the books
μαγειρεύω τα βιβλία
cookbook
τσελεμεντές
cooked
μαγειρευμένος
cooker
κουζίνα
cookhouse
μαγειρείο
cookie
μπισκότο
cookie
βούτημα
cookie jar
μπισκοτιέρα
cooking
μαγειρική
cookware
μαγειρικά σκεύη
cool
ψυχραιμία
coolie
κούλης
coolness
δροσιά
coop
κοτέτσι
cooper
βαρελάς
cooper
βαρελοποιός
cooperation
συνεργασία
cooperation
συνεταιρισμός
cooperative
συνεργάσιμος
cooperative
συνεταιριστικός
cooperative
συνεταιρισμός
coordinate
συντεταγμένη
coordinate term
συνυπώνυμο
Coordinated Universal Time
Συντονισμένη Παγκόσμια Ώρα
coordinator
συντονιστής
coordinator
συντονίστρια
coot
φαλαρίδα
cop
μπάτσος
cop
αστυφύλακας
cop
μπατσίνα
cop
παίρνω
cop out
λουφάρω