English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“C” Words

consider
θεωρώ
consignee
παραλήπτης
consigner
αποστολέας
consist
αποτελούμαι
consist
συνίσταμαι
consistency
συνέπεια
consistently
συνέπεια
consolation
παρηγοριά
consolation goal
γκολ της παρηγοριάς
consolation goal
γκολ της τιμής
console
παιχνιδοκονσόλα
console
παρηγορώ
consolidation
ενοποίηση
consolidation
συγχώνευση
consolidation
ένωση
consolidation
ενοποίηση
consolidation
παγίωση
consolidation
σταθεροποίηση
consommé
ζωμός
consommé
κονσομέ
consonant
σύμφωνο
consort
σύζυγος μονάρχη
consort
σύζυγος
consortium
κονσόρτσιουμ
conspiracy
συνωμοσία
conspiracy
συνωμοσία
conspiracy
δολοπλοκία
conspiracy theorist
συνωμοσιολόγος
conspiracy theory
θεωρία συνωμοσίας
conspiratorial
συνωμοτικός
conspire
συνωμοτώ
constable
αστυφύλακας
constable
χωροφύλακας
constabulary
χωροφυλακή
Constance
Κωνσταντία
Constance
Κωνσταντίνα
constancy
σταθερότητα
constant
σταθερός
constant
συνεχής
constant
σταθερός
constant
διαρκής
constant
αδιάκοπος
constant
σταθερά
Constanța
Κωνστάντζα
Constanța
Κωνστάντια
Constantine
Κωνσταντίνος
Constantine
Κώστας
Constantinople
Κωνσταντινούπολη
Constantinople
Πόλη
Constantinopolitan
κωνσταντινουπολίτικος
Constantinopolitan
Κωνσταντινουπολίτης
constantly
διαρκώς
constantly
συνεχώς
constellation
αστερισμός
constellation
αστερισμός
constellation
πλειάδα
consternation
ανησυχία
consternation
τρόμος
constipated
δυσκοίλιος
constipation
δυσκοιλιότητα
constituency
εκλογική περιφέρεια
constitute
συστήνω
constitute
αποτελώ
constitution
σύνταγμα
constitutional
συνταγματικός
constitutional court
συνταγματικό δικαστήριο
constitutional monarchy
συνταγματική μοναρχία
constitutionality
συνταγματικότητα
constraint
περιορισμός
construct
κατασκευή
construct
κατασκεύασμα
construct
οικοδομώ
construct
κατασκευάζω
constructed language
τεχνητή γλώσσα
constructible
οικοδομήσιμος
construction
κατασκευή
construction
οικοδόμηση
construction
κατασκευή
construction
οικοδομική
construction site
εργοτάξιο
constructor
κατασκευαστής
consubstantial
ομοούσιος
consubstantiality
ομοουσιότητα
consubstantiality
ομοούσιον
consul
πρόξενος
consular
προξενικός
consulate
προξενείο
consultant
σύμβουλος
consultation
διαβούλευση
consumable
αναλώσιμος
consume
καταναλώνω
consume
εξαντλώ
consume
καταναλώνω
consume
αφανίζω
consume
εκμηδενίζω
consume
εξολοθρεύω
consumer
καταναλωτής
consumption
κατανάλωση
consumption
φθίση
contact
επαφή
contact
επικοινωνία
contact
επαφή
contact
επαφή
contact
σύνδεσμος
contact lens
φακός επαφής
contact print
κοντάκτ
contact tracing
ανίχνευση επαφών
contagion
μεταδοτική ασθένεια
contagious
μεταδοτικός
contagiousness
μεταδοτικότητα
contain
περιέχω
container
δοχείο
container
εμπορευματοκιβώτιο
container
κοντέινερ
container ship
εμπορευματοκιβωτιοφόρο
container ship
κοντέινερ
contemplate
συλλογίζομαι
contemplation
διαλογισμός
contemplation
ενατένιση
contemplation
περισυλλογή
contemplation
στοχασμός
contemplation
θεωρία
contemplation
περισυλλογή
contemplation
πρόβλεψη
contemplation
πρόθεση
contemporaneous
σύγχρονος
contemporary
σύγχρονο
contemporary
σύγχρονος
contempt
περιφρόνηση
contempt
καταφρόνηση
contempt
περιφρόνηση
contender
αγωνιζόμενος
contender
αντίπαλος
content
περιεχόμενο
contentment
ικανοποίηση
contest
συναγωνισμός
contest
διαγωνισμός
contest
αμφισβητώ
contestant
αγωνιζόμενος
contestant
αντίπαλος
context
πλαίσιο
context
συμφραζόμενα
context
συμφραζόμενα
contextual
συμφραστικός
contextualization
συγκειμενοποίηση
contiguous
συνεχόμενος
continent
ήπειρος
continental
ηπειρωτικός
continental drift
μετατόπιση των ηπείρων
continental shelf
υφαλοκρηπίδα