English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“C” Words

concentration
αυτοσυγκέντρωση
concentration camp
στρατόπεδο συγκέντρωσης
concept
έννοια
concept
σύλληψη
conception
σύλληψη
conception
επικύηση
conception
επινόηση
conception
ιδέα
conceptual
εννοιοκρατικός
conceptual
εννοιολογικός
conceptual art
εννοιολογική τέχνη
conceptualism
εννοιοκρατία
concern
αφορώ
concern
ανησυχώ
concern
πρόκειται
concerned
ανήσυχος
concert
συντονισμός
concert
ενορχήστρωση
concert
συναυλία
concert
συναυλία
concert
ενορχηστρώνω
concert
κανονίζω
concertina
κονσερτίνα
concerto
κοντσέρτο
concession
παραχώρηση
concession
παραχώρηση
concession
εκχώρηση
concierge
θυρωρίνα
concierge
θυρωρός
conciliate
συμβιβάζω
conciliate
συμφιλιώνω
conciliate
συνδιαλλάττω
conciliatory
συμφιλιωτικός
conciliatory
διαλλακτικός
conciliatory
συμβιβαστικός
concise
λακωνικός
concise
σύντομος
concise
συνοπτικός
concise
περιεκτικός
conciseness
λακωνικότητα
conclave
κονκλάβιο
conclusion
κατάληξη
conclusion
λήξη
conclusion
πέρας
conclusion
αποτέλεσμα
conclusion
συμπέρασμα
conclusion
συμπέρασμα
concoction
μείγμα
concomitant
συνακόλουθος
concord
αρμονία
concord
ομόνοια
concordat
κονκορδάτο
concourse
αίθουσα αναμονής
concrete
υλικός
concrete
συγκεκριμένος
concrete
συγκεκριμένος
concrete
υλικός
concrete
τσιμεντένιος
concrete
σκυρόδεμα
concrete
μπετόν
concrete
επικαλύπτω με σκυρόδεμα
concrete
στερεοποιούμαι
concrete jungle
τσιμεντούπολη
concretely
συγκεκριμένα
concretion
συγκερασμός
concretion
λίθος
concretion
σύμπηξη
concubinage
συγκατοίκηση
concubinage
παλλακεία
concubine
παλλακίδα
concurrence
σύμπτωση απόψεων
concurrence
σύμπτωση
concurrency
ταυτοχρονισμός
concussion
κλονισμός
concussion
διάσειση
condemn
καταδικάζω
condensation
συμπύκνωση
condense
συμπυκνώνω
condensed
συμπυκνωμένος
condensed milk
συμπυκνωμένο γάλα
condescend
καταδέχομαι
condescending
συγκαταβατικός
condescension
καταδεκτικότητα
condescension
συγκαταβατικότητα
condiment
καρύκευμα
condition
κατάσταση
condition
προϋπόθεση
condition
προϋπόθεση
condition
όρος
condition
όρος
conditional
υποθετικός
conditional operator
υποθετικός τελεστής
condolences
συλλυπητήρια
condolences
ζωή σε σας
condom
προφυλακτικό
condominium
συχκυριαρχία
condottiere
κοντοτιέρος
conductance
αγωγιμότητα
conductive
αγώγιμος
conductivity
αγωγιμότητα
conductor
μαέστρος
conductor
εισπράκτορας
conductor
αγωγός
condylar
κονδυλώδης
cone
κώνος
cone
κουκουνάρι
cone
κώνος
cone
κωνίο
confection
γλύκισμα
confectioner
ζαχαροπλάστης
confectioner
ζαχαροπλάστρια
confectionery
γλυκά
confectionery
ζαχαρωτά
confectionery
ζαχαροπλαστείο
confederal
συνομοσπονδιακός
confederalism
συνομοσπονδισμός
Confederate States of America
Συνομόσπονδες Πολιτείες της Αμερικής
confederation
συνομοσπονδία
confederation
ένωση
confederation
κοινόν
conference
συνέδριο
conference
συνδιάσκεψη
conference
σύσκεψη
conference interpreting
διερμηνεία συνεδρίων
confess
εξομολογώ
confess
ομολογώ
confess
ομολογώ
confess
εξομολογώ
confess
ομολογώ
confess
παραδέχομαι
confession
εξομολόγηση
confessional
εξομολογητήριο
confessor
ομολογητής
confessor
πνευματικός
confessor
εξομολογητής
confetti
κομφετί
confetti
χαρτοπόλεμος
confide
εκμυστηρεύομαι
confidence
αυτοπεποίθηση
confidence
εμπιστοσύνη
confidence
βεβαιότητα
confidence
απόρρητο
confidentiality
εμπιστευτικότητα
confidentially
εμπιστευτικά
configure
διαμορφώνω
configure
ρυθμίζω
confine
όριο
confine
περιορίζω
confinement
φυλάκιση
confinement
τοκετός