English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“C” Words

commentator
σχολιαστής
commerce
εμπόριο
commercial
εμπορικός
commercial
διαφήμιση
commercial law
εμπορικό δίκαιο
commercialization
εμπορευματοποίηση
commercially
εμπορικά
commie
κομμούνι
commissariat
επιμελητεία
commissariat
επιτροπάτο
commissariat
επιτροπείο
commissariat
κομισαριάτο
commission
αρμοστία
commission
επιτροπή
commission
αξίωμα
commission
επιτροπή
commission
προμήθεια
commission
διάπραξη
commission
αναθέτω
commission
επιφορτίζω
commission
παραγγέλλω
commission
θέτω σε λειτουργία
commissioner
επίτροπος
commit suicide
αυτοκτονώ
committee
επιτροπή
commodity
αγαθά
commodity
εμπόρευμα
commodore
αρχιπλοίαρχος
common
κοινός
common
κοινός
common
συνηθισμένος
common
αγελαίος
common bean
φασολιά
common denominator
κοινός παρονομαστής
Common Era
Κοινή Εποχή
Common Era
Κοινή Περίοδος
Common Era
Κοινή Χρονολογία
common European adder
αστρίτης
common gender
κοινό γένος
common greenshank
πρασινοσκέλης
common gull
γλάρος
common house martin
λευκοχελίδονο
common kestrel
βραχοκιρκίνεζο
common kingfisher
ευρωπαϊκή αλκυόνη
common knowledge
κοινή γνώση
common logarithm
κοινός λογάριθμος
common noun
κοινό ουσιαστικό
common pheasant
κοινός φασιανός
common pochard
γκισάρι
common purse
κοινό ταμείο
common purslane
αντράκλα
common purslane
γλιστρίδα
common quail
κοινό ορτύκι
common redpoll
σημυδόσπιζα
common rock thrush
πετροκότσυφας
common sense
κοινή λογική
common snipe
μπεκατσίνι
common sorrel
ξινολάπατο
common starling
ευρωπαϊκό ψαρόνι
common swift
μαυροσταχτάρα
commonalty
λαός
commonplace
κοινός
commonplace
τετριμμένος
commonplace
κοινοτοπία
commonwealth
κοινοπολιτεία
Commonwealth of Australia
Κοινοπολιτεία της Αυστραλίας
Commonwealth of Independent States
Κοινοπολιτεία Ανεξαρτήτων Κρατών
Commonwealth of Independent States
ΚΑΚ
commune
κοινόβιο
commune
κοινότητα
communicable
μεταδοτικός
communicable
μεταδόσιμος
communicating vessel
συγκοινωνούντα δοχεία
communication
επικοινωνία
communion wafer
όστια
communion wafer
άγιος άρτος
communiqué
ανακοινωθέν
communism
κομμουνισμός
communist
κομμουνιστικός
communist
κομμουνιστής
communist
κομμουνιστής
communist
κομμουνίστρια
communist party
κομμουνιστικό κόμμα
communitization
κοινοτικοποίηση
community
κοινότητα
community nurse
επισκέπτρια
commutative
αντιμεταθετικός
commutativity
αντιμεταθετικότητα
Comnenus
Κομνηνός
comorbidity
συννοσηρότητα
Comorian
κομορικός
Comorian
από τα Κομόρος
Comorian
κομορικά
Comoros
Κομόρες
compact
συμπαγής
compact
πυκνός
compact
συμπαγής
compact
περιεκτικός
compact
συμπεπιεσμένος
compact
συμβόλαιο
compact
συμφωνία
compact
σύμβαση
compact
πουδριέρα
compact
συμπτύσσω
compact
συμπυκνώνω
compact disc
σιντί
compact disc
συμπαγής δίσκος
companion
σύντροφος
companionship
συντροφικότητα
companionship
φιλία
company
λόχος
company
συντροφιά
company
συντροφιά
company
εταιρεία
company
εταιρία
company
παρέα
company
συντροφικότητα
company
φιλία
comparable
συγκρίσιμος
comparative
συγκριτικός
comparative
συγκριτικός
comparatively
συγκριτικά
compare
συγκρίνω
compare
παραβάλλω
compare
παραβάλλω
compare
παρομοιάζω
compare
συγκρίνω
comparison
σύγκριση
comparison operator
τελεστής σύγκρισης
compass
πυξίδα
compass
διαπασών
compass
φάσμα
compass rose
ανεμολόγιο
compassion
συμπόνια
compassion
ευσπλαχνία
compassionate
σπλαχνικός
compassionate
συμπονετικός
compatriot
συμπατριώτης
compatriot
συμπατριώτισσα
compel
αναγκάζω
compel
υποχρεώνω
compendium
επιτομή
compendium
σύνοψη
compensation
αποζημίωση
compensation
αντιστάθμιση
compensation
συμψηφισμός
compensation
αμοιβή
compensation
αποζημίωση
compensatory lengthening
αναπληρωματική έκταση
compensatory lengthening
αντέκταση