English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“C” Words

coherence
συνάφεια
coherence
συμφωνία
coherent
συναφής
coherent
συνδεδεμένος
coherent
συνεκτικός
coherent
συνεκτικός
coherent
σύμφωνος
cohesion
συνοχή
cohesive
συνεκτικός
coil
κουλούρα
coil
σπείρα
coil
θόρυβος
coil
πηνίο
coil
κουλουριάζω
coil
περιελίσσω
coil
περισπειρώ
coil
περιελίσσω
coil
περισπειρώ
Coimbra
Κοΐμπρα
coin
νόμισμα
coin
κέρμα
coin
μάρκα
coin
επινοώ
coin
εφευρίσκω
coin
κατασκευάζω
coin
κερματίζω
coin
νομισματοκοπώ
coin
νομισματοποιώ
coincide
συμπίπτω
coincidence
σύμπτωση
coincidental
συμπτωματικός
coitus
συνουσία
coitus interruptus
διακοπτόμενη συνουσία
coke
κοκ
coke
κόκα
cola
κόλα
colander
σουρωτήρι
colander
τρυπητό
colchicine
κολχικίνη
Colchis
Κολχίδα
Colchis
Κολχίς
cold
κάνει κρύο
cold
κρύος
cold
κρύος
cold
ψυχρός
cold
κρύος
cold
κρύο
cold
κρύος
cold
κρυολόγημα
cold
κρύωμα
cold chisel
καλέμι
cold day in Hell
όταν ασπρίσει ο κόρακας και γίνει περιστέρι
cold drop
ψυχρή λίμνη
cold front
ψυχρό μέτωπο
Cold War
ψυχρός πόλεμος
cold war
ψυχρός πόλεμος
cole
κράμβη
coleopterology
κολεοπτερολογία
coleslaw
λαχανοσαλάτα
colewort
λαχανίδα
collaborate
συνεργάζομαι
collaboration
συνεργασία
collaborative
συλλογικός
collaborative
συνεργατικός
collaborator
συνεργάτης
collage
κολάζ
collagen
κολλαγόνο
collapse
κατάρρευση
collapse
λιποθυμία
collapse
καταρρέω
collapse
αποσυνθέτω
collapse
διπλώνω
collapse
καταπίπτω
collapse
λύνω
collapse
σπάω
collared dove
δεκαοχτούρα
collateral
παράλληλος
collateral
συμπληρωματικός
collateral
παράπλευρος
collateral
έμμεσος
collateral
εγγύηση
collateral
εχέγγυο
collateral damage
παράπλευρη απώλεια
collation
κολατσιό
colleague
συνάδελφος
collect
συγκεντρώνω
collection
συλλογή
collective
περιληπτικός
collective
περιληπτική έννοια
collective
περιληπτικό όνομα
collective
συλλογικότητα
collective agreement
συλλογική σύμβαση εργασίας
collectivism
κολεκτιβισμός
collectivization
κολεκτιβοποίηση
collector
συλλέκτης
college
κολέγιο
college
πανεπιστήμιο
college
κολέγιο
college
σχολή
collide
προσκρούω
collide
συγκρούομαι
collide
αντικρούομαι
collide
συγκρούομαι
collie
κόλεϊ
collier
ανθρακοφόρο
collier
καρβουνιάρικο
collision
σύγκρουση
collision course
τροχιά σύγκρουσης
collodion
κολλώδιο
colloid
κολλοειδές
colloquial
δημώδης
colloquial
καθομιλούμενος
colloquial
κοινολεκτικός
colloquialism
κοινολεξία
colloquium
συνέδριο
collude
συνωμοτώ
collusion
συμπαιγνία
collusion
συνεννόηση
collusion
συνωμοσία
Cologne
Κολωνία
cologne
κολόνια
Colombia
Κολομβία
Colombian
Κολομβιανή
Colombian
Κολομβιανός
Colombo
Κολόμπο
colon
άνω και κάτω τελεία
colon
κόλον
colonel
συνταγματάρχης
colonel
σμήναρχος
colonial
αποικιακός
colonialism
αποικιοκρατία
colonialism
αποικισμός
colonialist
αποικιοκρατικός
colonist
άποικος
colonization
αποικισμός
colonization
αποικιοποίηση
colonize
αποικίσει
colonoscopy
κολονοσκόπηση
colony
αποικία
color
έγχρωμος
color
χρωματικός
color
χρώμα
color
χρώμα
color
απόχρωση
color
χρώματα
color
χρωματίζω
color
βάφω
color
χρωματίζω
color
κοκκινίζω
color blindness
αχρωματοψία