English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“C” Words

coalition
συνασπισμός
coalminer
ανθρακωρύχος
coast
ακτή
coast
ακτοπλοώ
coast guard
ακτοφύλακας
coastal
παράκτιος
coastal
παραλιακός
coastal waters
παράκτια ύδατα
coaster
ακτοπλόος
coaster
ακτοπλοϊκό
coaster
σουβέρ
coat
παλτό
coat
πανωφόρι
coat
επίχρισμα
coat
επικάλυμμα
coat
στρώση
coat
γούνα
coat
τρίχωμα
coat
φτέρωμα
coat
σκεπάζω
coat
καλύπτω
coat hanger
κρεμάστρα
coat of arms
εθνόσημο
coat of arms
οικόσημο
coat tree
καλόγερος
coax
ομοαξωνικό
coax
καταφέρνω
coax
πείθω
coax
καλοπιάνω
coaxial
ομοαξονικός
coaxial cable
ομοαξονικό καλώδιο
cob
αρσενικός κύκνος
cob
ιππάριο
Cobain
Κομπέιν
cobalt
κοβάλτιο
cobalt blue
βαθυκύανο
cobbled
λιθόστρωτος
cobbler
παπουτσής
cobbler
τσαγκάρης
cobbler
υποδηματοποιός
cobblestone
κροκάλα
cobblestone
σκύρο
cobra
κόμπρα
coca
κόκα
Coca-Cola
Κόκα-κόλα
Coca-Cola
κοκακόλα
cocaine
κοκαΐνη
coccygectomy
κοκκυγεκτομή
coccyx
κόκκυξ
coccyx
ουρά
cochineal
κοχενίλη
cochlea
κοχλίας
cochlear
κοχλιακός
cock pigeon
γούτος
cock-a-doodle-doo
κικιρίκου
cock-a-doodle-doo
κουκουρίκου
cockatoo
κακατόης
cockboat
λέμβος
cockchafer
μηλολόνθη
cockerel
κοκοράκι
cockerel
πετεινάρι
cockle
κοχύλι
cockle
στρείδι
cockle
κοχύλι
cockpit
κόκπιτ
cockpit
πιλοτήριο
cockroach
κατσαρίδα
cockscomb
λειρί
cocktail
κοκτέιλ
cocky
αναιδής
cocky
ξιπασμένος
cocoa
σοκολάτα
cocoa
φασόλι κακάο
cocoa
κακάο
cocoa
καστανοκίτρινος
cocoa bean
φασόλι κακάο
cocoa butter
βούτυρο κακάο
cocoa powder
κακάο
coconut
καρύδα
coconut
ινδοκάρυδο
coconut
ινδική καρύδα
coconut palm
κοκοφοίνικας
cocoon
κουκούλι
cod
μπακαλιάρος
cod liver oil
μουρουνέλαιο
coda
κόντα
coddle
καλομαθαίνω
coddle
περιποιούμαι
coddle
φροντίζω
coddle
σιγοβράζω
coddle
παραχαϊδεύω
code
κωδικός
code
κώδικας
code
κώδικας
code
κρυπτογράφημα
code
προγραμματίζω
code
κρυπτογραφώ
code
κωδικοποιώ
codeine
κωδεΐνη
codepage
κωδικοσελίδα
codex
κώδικας
codex
σωμάτιο
codex
κώδικας
codification
κωδικοποίηση
codify
κωδικοποιώ
Codomannus
Κοδομανός
coefficient
συντελεστής
coelacanth
κοιλάκανθος
Coele-Syria
Κοίλη Συρία
coeliac disease
κοιλιοκάκη
coenzyme
συνένζυμο
coerce
αναγκάζω
coerce
εξαναγκάζω
coercion
καταπίεση
coercion
εξαναγκασμός
coeval
συνομήλικος
coeval
σύγχρονος
coexistence
συνύπαρξη
coffee
καφές
coffee
καφεόδεντρο
coffee
καφές
coffee
καφέ
coffee pot
μπρίκι
coffeemaker
καφετιέρα
coffeeman
καφετζής
coffeewoman
καφετζού
coffer
κασέλα
coffer
μπαούλο
coffer
σεντούκι
coffer
χρηματοκιβώτιο
coffer
κορβανάς
coffer
ταμείο
coffin
φέρετρο
Cognac
Κονιάκ
cognac
κονιάκ
cognate
συγγενής
cognitive
γνωστικός
cognitive
γνωσιακός
cognitive dissonance
γνωστική παραφωνία
cognitive psychology
γνωστική ψυχολογία
cognizance
αντίληψη
cognizance
γνώση
cognomen
επίθετο
cognomen
επώνυμο
cognomen
παρανόμι
cognomen
παρατσούκλι
cognomen
παρωνύμιο
coherence
συνάφεια
coherence
συνοχή
coherence
συνοχή