English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“C” Words

civilian
πολίτης
civilization
πολιτισμός
clack
χτυπώ
cladistics
κλαδιστική
claim
διεκδίκηση
claim
αξίωση
claim
διεκδίκηση αποζημίωσης
clam
αχιβάδα
clam up
σωπαίνω
clamber
σκαρφαλώνω
clamp
μέγγενη
clamp
αγγειολαβίδα
clandestine
κρυφός
clandestine
μυστικός
clandestine
λαθραίος
clap
χειροκροτώ
Clara
Κλάρα
Clara
Κλαίρη
clarification
αποσαφήνιση
clarification
διευκρίνιση
clarification
διαύγαση
clarify
διευκρινίζομαι
clarify
διευκρινίζω
clarify
ξεκαθαρίζω
clarinet
κλαρινέτο
clarinetist
κλαρινετίστας
clarinetist
κλαρινετίστα
clarithromycin
κλαριθρομυκίνη
clarity
διαύγεια
clarity
καθαρότητα
clarity
σαφήνεια
Clark
Κλάρκος
Clark
Κλαρκ
clash
κλαγγή
clash
βροντώ
clash
κλαγγάζω
clash
συγκρούομαι
class
τάξη
class
κατηγορία
class
είδος
class
τάξη
class
κομψότητα
class
τάξη
class
μάθημα
class
θέση
class
τάξη
class
ομοταξία
class
τάξη
class
κορυφή
class
κλάση
class
τάξη
class
σειρά
class
κατατάσσω
class
ταξινομώ
class consciousness
ταξική συνείδηση
class struggle
πάλη των τάξεων
class struggle
ταξική πάλη
class variable
μεταβλητή κλάσης
class-based
ταξικός
classical antiquity
Κλασική Αρχαιότητα
classical music
κλασική μουσική
classically
κλασικά
classicism
κλασικισμός
classification
ταξινόμηση
classification
κατάταξη
classified
διαβαθισμένος
classified advertisement
μικρές αγγελίες
classless
αταξικός
classmate
συμμαθήτρια
classmate
συμμαθητής
classroom
αίθουσα διδασκαλίας
classy
αριστοκρατικός
Claudius
Κλαύδιος
clause
ρήτρα
clause
όρος
claustrophobia
κλειστοφοβία
clavichord
κλαβίχορδο
clavicle
κλείδα
claw
νύχι
claw
αρπάγη
claw
δαγκάνα
claw
νυχιάζω
clay
άργιλος
clay
πηλός
clay
άργιλος
clay pit
αργιλορυχείο
clean
καθαρός
clean
αγνός
clean
αμόλυντος
clean
καθαρίζω
clean
συμμαζεύω
Clean Monday
Καθαρά Δευτέρα
clean someone's clock
καθαρίζω κάποιον σαν αβγό
clean up
καθαρίζω
clean-shaven
καλοξυρισμένος
cleaner
καθαριστής
cleaner
καθαρίστρια
cleanliness
καθαριότητα
cleansing
απορρυπαντικός
cleansing
καθαριστικός
cleanup
καθαρισμός
clear
διαφανής
clear
διαυγής
clear
ασυννέφιαστος
clear
καθαρός
clear
αποσαφηνίζω
clear
ξεκαθαρίζω
clear-sighted
οξυδερκής
clear-sightedness
οξυδέρκεια
clearing
ξέφωτο
clearing house
γραφείο συμψηφισμού
clearly
καθαρά
clearly
ξεκάθαρα
clearly
σαφώς
clearly
σαφώς
clearness
διαύγεια
clearness
καθαρότητα
cleavage
σχίσιμο
cleaver
μπαλτάς
clef
κλειδί
Cleopatra
Κλεοπάτρα
clergy
κλήρος
clergy
ιερατείο
clergyman
κληρικός
cleric
κληρικός
clerical
γραφειοκρατικός
clerical
ιερατικός
clerical
κληρικός
clerical
υπαλληλικός
clerk
υπάλληλος
cleruchy
κληρουχία
clever
έξυπνος
clew
μίτος
cliché
κλισέ
cliché
στερεότυπο
click
κλικ
client
πελάτης
client
πελάτισσα
client
πελάτης
client-side
πλευρά-πελάτη
clientele
πελατεία
cliff
βουνοπλαγιά
cliff
γκρεμός
cliff
κλιτύς
cliff
πρανές
climate
κλίμα
climate change
κλιματική αλλαγή
climate neutrality
κλιματική ουδετερότητα
climatic
κλιματικός
climatologist
κλιματολόγος