English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“C” Words

chive
σχοινόπρασο
chlamydia
χλαμύδια
Chloe
Χλόη
chlorine
χλώριο
chloroform
χλωροφόρμιο
chlorophyll
χλωροφύλλη
chloroquine
χλωροκίνη
chocolate
σοκολατένιος
chocolate
σοκολάτα
chocolate
σοκολάτα
chocolate
σοκολατάκι
chocolate
σοκολάτα
chocolate
σοκολατί
chocolate
σοκολάτα
chocolate cake
κέικ σοκολάτας
chocolate cake
σοκολατένιο κέικ
chocolate chip
κομμάτια σοκολάτας
chocolate milk
σοκολατούχο γάλα
chocolate truffle
τρούφα
choice
επιλογή
choice
εκλογή
choice
επιλογή
choir
χορωδία
choirmaster
μαέστρος
choke
εμφράκτης
choke
τσοκ
choke
τσοκ
choke
πνίγομαι
choke
ασφυκτιώ
choke
πνίγω
chokeberry
αρώνια
choking
πνίξιμο
choking
πνιγμονή
Cholargos
Χολαργός
cholecystectomy
χολοκυστεκτομή
cholecystography
χολοκυστογραφία
cholera
χολέρα
cholesterol
χοληστερίνη
cholesterol
χοληστερόλη
choline
χολίνη
chondrocyte
χονδροκύτταρο
choose
διαλέγω
choose
επιλέγω
choose
εκλέγω
chooser
επιλογέας
choosy
εκλεκτικός
chop
παϊδάκι
chop
κοψίδι
chop
μπριζόλα
chop
τσεκουριά
chop
χτύπημα
chop
απόλυση
chop
λιανίζω
chop
πελεκώ
chop
τεμαχίζω
chop off
κόβω
chop off
τέμνω
chop-chop
τσάκα τσάκα
chopstick
ξυλάκι
choral
χορικός
chorale
χορικό
Chorasmia
Χορασμία
chord
συγχορδία
chord
ακόρντο
chord
χορδή
chordate
χορδωτά
chordate
χορδωτό
chore
αγγαρεία
chorea
χορεία
choreograph
χορογραφώ
choreographer
χορογράφος
choreographic
χορογραφικός
choreographically
χορογραφικά
choreography
χορογραφία
chorister
χορωδός
chorizo
τσορίθο
chorus
χορός
chorus
χορωδία
chorus
χορωδία
chorus
χορός
chorus
επωδός
chosen one
εκλεκτή
chosen one
εκλεκτός
Chow Chow
Τσόου Τσόου
chrematistics
χρηματιστική
chrism
Άγιο Μύρο
Christ
Χριστός
Christ's thorn
παλιούρι
Christadelphian
χρισταδελφικός
Christadelphian
Χριστάδελφος
Christchurch
Κράιστσερτς
Christendom
χριστιανοσύνη
Christian
χριστιανικός
Christian
χριστιανός
Christian
χριστιανός
Christian
χριστιανή
Christian
Χριστιανός
Christian
Κρίστιαν
Christian
Χριστιανή
Christian Democracy
χριστιανοδημοκρατία
Christian Democrat
χριστιανοδημοκράτης
Christian Democratic
χριστιανοδημοκρατικός
Christiana
Χρηστιάνα
Christianity
χριστιανισμός
Christianization
εκχριστιανισμός
Christianize
εκχριστιανίζω
Christina
Χριστίνα
Christina
Κριστίνα
Christmas
Χριστούγεννα
Christmas card
χριστουγεννιάτικη κάρτα
Christmas carol
κάλαντα
Christmas Day
ημέρα Χριστουγέννων
Christmas Eve
Παραμονή Χριστουγέννων
Christmas Island
Νήσος των Χριστουγέννων
Christmas Islander
από το Νησί των Χριστουγέννων
Christmas tree
χριστουγεννιάτικο δέντρο
Christmas tree
δένδρο των Χριστουγέννων
Christopher
Χριστόφορος
Christopher
Χρήστος
chromatogram
χρωματογράφημα
chromatography
χρωματογραφία
chrome
επιχρωμιώνω
chromium
χρώμιο
chromosome
χρωμόσωμα
chromotypography
χρωμοτυπογραφία
chronic obstructive pulmonary disease
χρόνια αποφρακτική πνευμονοπάθεια
chronicle
χρονικό
Chronicles
Παραλειπομένων
chrono-
χρονο-
chronological
χρονολογικός
chronology
χρονολογία
chronology
χρονολόγηση
Chronos
Χρόνος
chronotype
χρονότυπος
chrysalis
χρυσαλλίδα
chrysanthemum
χρυσάνθεμο
chryselephantine
χρυσελεφάντινος
Chrysostom
Χρυσόστομος
chthonic
χθόνιος
Chuck
Τσακ
chuck
τσοκ
chug
αγκομαχώ
chukar
νησιώτικη πέρδικα
Chukchi Sea
Θάλασσα Τσούκτσι
Chukotka
Τσουκότκα
Chukotka Autonomous Okrug
Αυτόνομος θύλακας Τσουκότκα
chum
μαλάγρα
chupacabras
τσουπακάμπρα
church
εκκλησία
church
ναός