English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“C” Words

chestnut
καστανός
chestnut
κάστανο
chestnut
καστανό
chestnut tree
καστανιά
chevron
γαλόνι
chew
μασάω
chewing gum
τσίχλα
chewing gum
μαστίχα
Cheyenne
Τσεγιέν
Cheyenne
Τσεγιέν
Chhattisgarh
Κατίσγκαρ
Chhattisgarh
Τσατίσγκαρ
chi
χι
Chiang Mai
Τσιάνγκ Μάι
Chiang Rai
Τσιάνγκ Ράι
Chiapas
Τσιάπας
chiaroscuro
κιαροσκούρο
chiaroscuro
φωτοσκίαση
chiaroscuro
σκιοφωτισμός
chiasm
χίασμα
chiasm
χιασμός
Chiba
Τσίμπα
Chicago
Σικάγο
Chichester
Τσίτσεστερ
chick
νεοσσός
chick
νεαρό πουλί
chick
πουλάκι
chick
κοτοπουλάκι
chick
κλωσσοπουλάκι
chick
κλωσσόπουλο
chick
γκόμενα
chickadee
παπαδίτσα
chicken
κοτόπουλο
chicken
κότα
chicken
κότα
chicken burger
τσίκεν μπέργκερ
chicken nugget
κοτομπουκιά
chicken pox
ανεμοβλογιά
chicken scratch
ορνιθοσκαλίσματα
chicken soup
κοτόσουπα
chickpea
ρεβίθι
chickpea
ρεβιθιά
chicory
πικραλίδα
chicory
κιχώριον
chicory
πικρομάρουλο
chicory
ραδίκι
chicory
σικορέ
chicory
σικορέ
chide
μαλώνω
chief
κύριος
chief
αρχηγός
chief executive officer
διευθύνουσα σύμβουλος
chief executive officer
διευθύνων σύμβουλος
chiefly
κυρίως
Chieti
Κιέτι
chiffchaff
δενδροφυλλοσκόπος
Chihuahua
τσιουάουα
Chihuahua
Τσιουάουα
chilblain
χιονίστρα
child
παιδί
child
τέκνο
child
απότοκος
child
παιδί
child
ανήλικος
child labour
παιδική εργασία
child prodigy
παιδί-θαύμα
childbearing
τεκνοποιητικός
childbearing
τεκνοποίηση
childbirth
τοκετός
childbirth
γέννα
childhood
παιδική ηλικία
childhood
παιδική ηλικία
childhood
πρώτα στάδια
childhood friend
παιδικός φίλος
childish
παιδαριώδης
childish
παιδιάστικος
childish
παιδικός
children's rights
δικαιώματα του παιδιού
childrenswear
παιδικά
Chile
Χιλή
Chilean
χιλιανός
Chilean
Χιλιανός
Chilean
Χιλιανή
chili
τσίλι
chili pepper
πιπεριά καυτερί
chiliahedron
χιλίεδρο
chilly
κρύος
chilly
ψυχρός
chilly
παγερός
chilly
ψυχρός
Chilon
Χίλων
Chilon
Χείλων
Chilpancingo
Τσιλπανσίνγκο
Chimera
Χίμαιρα
chimera
χίμαιρα
chimera
χίμαιρα
chimera
χιμαιρισμός
chimney
καπνοδόχος
chimney
καμινάδα
chimney
φουγάρο
chimney sweep
καπνοδοχοκαθαριστής
chimpanzee
χιμπατζής
chin
πηγούνι
chin
σαγόνι
China
Κίνα
Chinaman
Κινέζος
chinchilla
τσιντσιλά
Chinese
κινέζικος
Chinese
κινεζικός
Chinese
Κινέζος
Chinese
Κινέζα
Chinese
κινέζικο
Chinese
Κινέζοι
Chinese
κινέζικα
Chinese
κινέζικα
Chinese
κινεζική γλώσσα
Chinese Taipei
Κινεζική Ταϊπέι
Chinese whispers
χαλασμένο τηλέφωνο
Chios
Χίος
chip
πατατάκι
chip
θραύσμα
chip
πελεκούδι
chip
ροκανίδι
chip
θραύσμα
chip
μάρκα
chip
πλακίδιο ολοκληρωμένου κυκλώματος
chip
τσιπάκι
chipset
πλινθιοσύνολο
chiral
χειραλικός
chirality
χειρομορφία
chiromancer
χειρομάντης
Chiron
Χείρων
chiropractic
χειροπρακτική
chiropractor
χειροπράκτης
chiropractor
χειροπράκτισσα
chiropractor
χειροπρακτικός
chiropter
χειρόπτερο
chirp
τερέτισμα
chirp
τιτίβισμα
chirp
κελαηδώ
chirp
τιτιβίζω
chirp
τερετίζω
chirrup
κελαηδώ
chisel
σκαρπέλο
Chișinău
Κισινάου
Chita
Τσιτά
chiton
χιτώνας
chivalry
ιπποσύνη
chivalry
ευγένεια
chivalry
ιπποτισμός