English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“C” Words

champion
πρωταθλήτρια
champion
υπέρμαχος
champion
υπερασπιστής
champion
προασπίζω
champion
υπερασπίζομαι
championship
πρωτάθλημα
chance
πιθανότητα
chance
ευκαιρία
chance
σύμπτωση
chance
περίσταση
chance
συγκυρία
chance
τύχη
chance
πιθανότητα
chance
ενδεχόμενο
chance upon
τυχαίνω
chancel
ιερό
chancellor
καγκελάριος
chancellor
πρωτοσύγκελλος
chancellor
καγκελάριος
chancellorship
καγκελαρία
chandelier
πολυέλαιος
change
ψιλά
change
αλλαγή
change
ρέστα
change
αλλάζω
change
μεταμορφώνομαι
change
αλλάζω
change
μεταβάλλω
change
αλλάζω
change
αντικαθιστώ
change
αλλάζω
change
μετεπιβιβάζομαι
changeableness
μεταβλητότητα
changing room
αποδυτήριο
changing room
δοκιμαστήριο
changing table
αλλαξιέρα
Chania
Χανιά
channel
κανάλι
channel
διοχετεύω
Channel Islands
Αγγλονορμανδικές Νήσοι
chanson
σανσόν
chanter
ψάλτης
chaos
χάος
chaos theory
θεωρία του χάους
chaparral
θαμνότοπος
chaparral
θαμνώνες
chapel
παρεκκλήσι
chapel
εξωκκλήσι
chaperone
συνοδός
chaperone
συνοδεύω
chapter
κεφάλαιο
char
άνθρακας
char
κάρβουνο
char
καθαρίστρια
char
παραδουλεύτρα
char
καρβουνιάζω
character
χαρακτήρας
character
χαρακτήρας
character
γράμμα
character actor
καρατερίστα
character actor
καρατερίστας
character class
κλάση χαρακτήρων
character encoding
κωδικοποίηση χαρακτήρων
characteristic
χαρακτηριστικός
characteristic
τυπικός
characteristic
χαρακτηριστικό
characterization
χαρακτηρισμός
characterize
χαρακτηρίζω
charcoal
κάρβουνο
chard
σέσκουλο
Charente
Σαράντ
Charente-Maritime
Σαράντ-Μαριτίμ
charge
χρέωση
charge
επίθεση
charge
κατηγορία
charge
φόρτιση
charge
υπευθυνότητα
charge
ευθύνη
charge
φορτίο
charge
χρεώνω
charge
φορτίζω
charge
χρεώνω
charge
γιούργια
Chariclea
Χαρίκλεια
chariot
άρμα
charism
θείο χάρισμα
charisma
χάρισμα
charismatic
χαρισματικός
Charites
Χάριτες
charity
φιλανθρωπικό ίδρυμα
charity
ελεημοσύνη
charity
αγαθοεργία
charity
καλοσύνη
charity
φιλανθρωπία
charlatan
αγύρτης
charlatanry
αγυρτεία
Charleroi
Σαρλερουά
Charles
Κάρολος
Charles
Τσαρλς
Charles's law
νόμος της ισόχωρης μεταβολής
Charles's law
νόμος του Σαρλ
Charleston
τσάρλεστον
Charlotte
Σάρλοτ
charm
γοητεία
charm
φυλαχτό
charm
ψευτοστολίδι
charm
γοητεύω
charmed
γοητευμένος
Charon
Χάρος
Charon
Χάρων
Charon
Χάρων
Charon
Χάροντας
Charpy impact test
Δοκιμή πρόσκρουσης Charpy
charred
καρβουνιασμένος
chartered accountant
ορκωτός λογιστής
Chartism
χαρτισμός
Chartres
Σαρτρ
Charybdis
Χάρυβδη
Charybdis
Χάρυβδις
chase
καταδίωξη
chase
κυνηγώ
chase
καταδιώκω
chasm
χάσμα
chasm
διάσπαση
chasm
ρήγμα
chasm
σχίσμα
chasm
χάσμα
chassis
σασί
chaste
αγνός
chastity
αγνεία
chastity
αγνότητα
chasuble
φαιλόνιο
chat
κουβεντούλα
chat
ψιλοκουβέντα
chat
τηλεσυνδιάσκεψη
chat
ικτερίς
chat
ψιλοκουβεντιάζω
chat
συνομιλώ
chat
συνομιλώ
chat
ψιλοκουβεντιάζω
chat
τηλεσυνδιασκέπτομαι
chatbot
κειμενογεννήτρια
Châteauroux
Σατωρού
Chattanooga
Τσατανούγκα
chatter
φλυαρία
chatterbox
πολυλογάς
chatterbox
φαφλατάς
chauffeur
οδηγός
chauffeur
σιοφέρης
chauvinism
σωβινισμός