English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“C” Words

climb
ανεβαίνω
climb
ανεβαίνω
climb
σκαρφαλώνω
climb
σκαρφαλώνω
climbing
αναρρίχηση
clinic
κλινική
clinic
ιατρείο
clinical psychology
κλινική ψυχολογία
clink
τσουγκρίζω
clinometer
κλισιόμετρο
clipboard
πρόχειρο
Clipperton Island
Νήσος Κλίπερτον
clipping
περικοπή
clique
κλίκα
clitic
εγκλιτικό
clitoral
κλειτοριδικός
clitoral hood
κλειτοριδική κουκούλα
clitoridectomy
κλειτοριδεκτομή
clitoris
κλειτορίδα
cloaca
αμάρα
cloak
κάπα
cloak
μανδύας
clock
ρολόι
clock
ωρολόγιο
clockwise
δεξιόστροφος
clockwise
δεξιόστροφα
clockwise
κατά τη φορά των δεικτών του ρολογιού
Cloelia
Κλοιλία
clog
ξυλοπάπουτσο
clog
τσόκαρο
clog
εμπόδιο
clog
βουλώνω
clog
εμποδίζω
clog
φράζω
cloister
περιστύλιο
cloister
μοναστήρι
clone
κλώνος
clone
κλωνοποιούμαι
clone
κλωνοποιώ
close
κλείνω
close-fitting
εφαρμοστός
closed
κλειστός
closed-source
κλειστός κώδικας
closet
ντουλάπι
closet
ντουλάπι
closet
καμαράκι
clostridium
κλωστηρίδιο
clostridium
κλωστρίδιο
closure
κλείσιμο
clot
θρόμβος
cloth
ύφασμα
cloth
πανί
cloth
ύφασμα
cloth
ένδυμα
cloth
στολή
clothbound
πανόδετος
clothed
άγδυτος
clothed
ντυμένος
clothes
ρούχο
clothes don't make the man
τα ράσα δεν κάνουν τον παπά
clothes don't make the man
το ράσο δεν κάνει τον παπά
clothes iron
σίδερο
clothes peg
μανταλάκι
clothesline
σκοινί για άπλωμα ρούχων
clothing
ρούχο
Clotho
Κλωθώ
clotted cream
αφρόγαλα
clotted cream
καϊμάκι
cloud
σύννεφο
cloud
νέφος
cloud
νέφος
cloud
σύννεφο
cloud
βουρκώνω
cloud
συννεφιάζω
cloud
θολώνω
cloud
σκιάζω
cloud computing
υπολογιστικό νέφος
cloud-cuckoo-land
Νεφελοκοκκυγία
cloudy
συννεφιασμένος
clove
γαρύφαλλο
clove
γαρίφαλο
clove
σκελίδα
clover
τριφύλλι
clown
κλόουν
clown
παλιάτσος
clown
γελωτοποιός
clown
παλιάτσος
clown
καραγκιόζης
clown
τζουτζές
club
ρόπαλο
club
λέσχη
club
κλαμπ
club
σωματείο
club
κλαμπ
club
σπαθί
club sandwich
κλαμπ σάντουιτς
clubfoot
ραιβοϊπποποδία
clubs
σπαθιά
cluck
κακάρισμα
cluck
κοκό
cluck
κακαρίζω
clue
ένδειξη
clumsily
άγαρμπα
clumsiness
αδεξιότητα
clumsy
αδέξιος
clunker
σαράβαλο
cluster
σμήνος
cluster
σύμπλεγμα
cluster
συστάδα
cluster
σύμπλεγμα
cluster
σύμπλεγμα
cluster
μαζεύομαι
clutch
νεοσσιά
clutch
συμπλέκτης
clutch
αδράχνω
clutch
γραπώνω
clutter
αταξία
clutter
σύγχυση
Clymene
Κλυμένη
Clytemnestra
Κλυταιμνήστρα
CNS
ΚΝΣ
co-brother-in-law
μπατζανάκης
co-brother-in-law
σύγαμπρος
co-father-in-law
συμπέθερος
co-mother-in-law
συμπεθέρα
co-owner
συγκάτοχος
co-parent-in-law
συμπέθερος
co-parent-in-law
συμπεθέρα
co-religionist
ομόφυλος
co-responsible
συνυπεύθυνος
co-sister-in-law
συννυφάδα
Co.
Σία
coach
πούλμαν
coach
βαγόνι
coach
προπονητής
coach
προπονήτρια
coach
υπεραστικό λεωφορείο
coach
προπονώ
coach driver
αμαξάς
coachwork
αμάξωμα
coagulate
συμπηγνύω
Coahuila y Tejas
Κοαουίλα και Τέξας
coal
γαιάνθρακας
coal
κάρβουνο
coal
λιθάνθρακας
coal
κάρβουνο
coal
άνθρακας
coal gas
αεριόφως
coal mine
ανθρακωρυχείο
coal-bearing
ανθρακοφόρος