English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“F” Words

fan
οπαδός
fan
ανεμιστήρας
fan
αερίζω
fanatic
φανατικός
fanatical
φανατικός
fanaticism
φανατισμός
fanslation
μη εμπορική μετάφραση
fantasia
φαντασία
fantasize
ονειροπολώ
fantasize
φαντάζομαι
fantastic
φανταστικός
fantastically
φανταστικά
fantasy
φαντασία
fantasy
λογοτεχνία του φανταστικού
far
μακριά
Far East
Άπω Ανατολή
far left
ακροαριστερά
far right
ακροδεξιά
far-fetched
τραβηγμένο από τα μαλλιά
far-right
ακροδεξιός
farad
φαράντ
farandole
φαραντόλα
fare
ναύλα
fare
επιβάτης
farewell
αποχαιρετιστήριος
farewell
αντίο
farewell
αποχαιρετισμός
farewell
αποχαιρετισμός
farewell
αποχαιρετώ
farina
φαρίνα
farm
αγρόκτημα
farm
καλλιεργώ
farm
εκτρέφω
farm
καλλιεργώ
farmer
αγρότης
farmer
γεωργός
farmer
αγρότισσα
farmer
γεωργοκτηνοτρόφος
farmer
κτηνοτρόφος
farmers' market
αγροταγορά
farmhouse
αγροικία
Faroe Islands
Νήσοι Φερόες
farrier
πεταλωτής
farsightedness
υπερμετρωπία
farter
κλανιάρης
farter
πορδαλάς
farter
πριτσομπαλίτσας
farthing
φαρδίνι
fasces
φάσκες
fascinate
συναρπάζω
fascinate
σαγηνεύω
fascinate
γοητεύω
fascinating
συναρπαστικός
fascism
φασισμός
fascist
φασιστικός
fascist
φασίστας
fascistoid
φασιστοειδής
fascistoid
φασιστοειδές
fashion
μόδα
fashion
νεωτερισμός
fashion
συρμός
fashion
μόδα
fashion
τρόπος
fashion
μέθοδος
fashion
διαμορφώνω
fashion
πλάθω
fashionable
μοδάτος
fast
στερεός
fast
γρήγορος
fast
ταχύς
fast
βαθύς
fast
μπροστά
fast
γρήγορα
fast
νηστεύω
fast food
φαστ φουντ
fasten
δένω
fastidiousness
ακριβολογία
fasting
νηστεία
fat
χοντρός
fat
παχύς
fat
χοντρός
fat
άφθονος
fat
λίπος
fat-ass
χοντροκώλα
fat-ass
χοντροκώλης
fat-soluble
λιποδιαλυτός
Fata Morgana
Φάτα Μοργκάνα
fatalism
φαταλισμός
fatalism
μοιρολατρία
fatalistic
μοιρολατρικός
fate
πεπρωμένο
fate
μοίρα
fate
τύχη
fate
ειμαρμένη
fate
ριζικό
fate
πεπρωμένο
fate
μοίρα
fate
τύχη
fate
πεπρωμένο
fate
μοίρα
Father
πάτερ
father
πατέρας
father superior
ηγούμενος
father-in-law
πεθερός
Father's Day
ημέρα του πατέρα
fatherland
πατρίδα
fatherly
πατρικός
fathom
οργιά
fatigue
κούραση
fatigue
καταπόνηση
fatigue
κόπος
fatigue
αγγαρεία
fatigue
φθορά
fatigue
καταπονώ
fatigue
κουράζω
fatigue
εξαντλούμαι
fatigue
κουράζομαι
fatigues
αγγαρεία
fatigues
στολή αγγαρείας
fatso
χοντρομπαλάς
fatso
χοντρομπαλού
fatten
χοντραίνω
fatten
παχαίνω
fattening
παχυντικός
fatty acid
λιπαρό οξύ
fatuous
ανόητος
fatuous
κουτός
fatwa
φάτουα
fatwa
φετβάς
fatwa
φετφάς
faucet
βρύση
fault
φταίξιμο
faun
φαύνος
fauna
πανίδα
Faunus
Φαύνος
favela
φαβέλα
favor
χάρη
favor
εύνοια
favor
χάρη
favor
ευνοώ
favourable
ευνοϊκός
favourite
αγαπημένος
favourite
ευνοούμενος
favourite
προτίμηση
favourite
φαβορί
favouritism
ευνοιοκρατία
favouritism
φαβοριτισμός
favus
κασίδα
fawn
ελαφάκι
fax
φαξ