English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“F” Words

fax
στέλνω φαξ
fax
τηλεομοιοτυπώ
fax machine
συυή τηλεομοιοτυπίας
Fayum
Φαγιούμ
fear
φόβος
fear
δέος
fear
φοβία
fear
φόβος
fear
φοβάμαι
fearful
τρομακτικός
fearful
φοβερός
fearful
τρομερός
fearful
φοβερός
fearful
φοβισμένος
fearmongering
κινδυνολογία
feasible
εφικτός
feasible
πραγματοποιήσιμος
feasible
επιτεύξιμος
feasible
πραγματώσιμος
feasible
υλοποιήσιμος
feast
ευωχία
feast
γιορτή
feast
πανηγύρι
feast day
γιορτή
feat
άθλος
feather
φτερό
feather
πούπουλο
feature
χαρακτηριστικό
feature
στήλη
feature
δυνατότητα
February
Φεβρουάριος
February
Φλεβάρης
fecal
περιττωματικός
feces
κόπρανα
feces
περιττώματα
feces
σκατά
feckless
άσκοπος
feckless
ανίκανος
feckless
άβουλος
feckless
ασθενής
fed up
μπουχτισμένος
federal
ομοσπονδιακός
Federal Democratic Republic of Nepal
Ομοσπονδιακή Λαϊκή Δημοκρατία του Νεπάλ
federal government
ομοσπονδιακή κυβέρνηση
Federal Republic of Germany
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας
federalization
ομοσπονδιοποίηση
federalization
συγκρότηση σε ομοσπονδία
Federated States of Micronesia
Ομόσπονδες Πολιτείες της Μικρονησίας
federation
ομοσπονδία
Federative Republic of Brazil
Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Βραζιλίας
Federative Republic of Brazil
Ομόσπονδη Δημοκρατία της Βραζιλίας
fee
αμοιβή
feed
ταΐζω
feed
τρέφω
feedback
ανάδραση
feedback
ανάδραση
feedback
ανατροφοδότηση
feeding bottle
μπιμπερό
feel
αισθάνομαι
feel
αισθάνομαι
feel
ψηλαφώ
feel
ψηλαφώ
feel
αισθάνομαι
feel
νιώθω
feel
νιώθω
feel
ψυλλιάζομαι
feeling
αίσθηση
feeling
αίσθημα
feeling
συναίσθημα
feeling
αίσθημα
feeling
συναίσθημα
feign
προσποιούμαι
feint
αντιπερισπασμός
feisty
δυναμικός
feisty
ενεργητικός
feisty
επίμονος
feisty
μαχητικός
feisty
επιθετικός
feisty
εριστικός
feldspar
άστριος
felicitous
επιτυχής
Felicity
Φελίσιτι
felicity
ευδαιμονία
feline
αιλουροειδής
Felix
Φήλιξ
fellate
πεολείχω
fellatio
πεολειξία
fellatio
πεοθηλασμός
fellow citizen
συμπολίτης
fellow citizen
συμπολίτις
fellow traveller
συνταξιδιώτης
fellowship
αδελφότητα
fellowship
συντροφιά
fellowship
συναδελφικότητα
fellowship
υποτροφία
felon
εγκληματίας
felon
κακοποιός
felony
κακούργημα
felt
τσόχα
felt
κετσές
felt-tip pen
μαρκαδόρος
felucca
φελούκα
female
θηλυκός
female
θήλυ
female
θηλυκό
female circumcision
γυναικεία περιτομή
female ejaculation
γυναικεία εκσπερμάτιση
female genital mutilation
ακρωτηριασμός γυναικείων γεννητικών οργάνων
femicide
γυναικοκτονία
feminationalism
φεμιεθνικισμός
feminazi
φεμιναζιστικός
feminazi
φεμιναζί
feminazism
φεμιναζισμός
feminine
θηλυκός
feminine
γυναικείος
feminine
θηλυκός
feminine
θηλυκό
femininely
γυναικεία
femininity
θηλυκότητα
feminism
φεμινισμός
feminist
φεμινιστικός
feminist
φεμινίστρια
feminist
φεμινιστής
feminize
εκθηλύνω
feminize
εκθηλύνομαι
femme fatale
φαμ φατάλ
femonationalism
φεμοεθνικισμός
femtometre
φεμτόμετρο
fence
κλεπταποδόχος
fence
φράχτης
fence
μάντρα
fence
περίφραξη
fence
περιφράσσω
fence
φράζω
fence
πωλώ κλοπιμαία
fence
ξιφομαχώ
fencing
ξιφασκία
fend off
αβαράρω
fender
προφυλακτήρας
fender
παράβλημα
fennel
μάραθο
fennel
μάραθος
fennel
μάραθο
fennel
φοινόκιο
fennel
μάραθο
fennel
φινόκιο
Fennoscandia
Φινοσκανδιναβία
Fenrir
Φένριρ
fentanyl
φαιντανύλη
fenugreek
νυχάκι