English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“F” Words

Figueres
Φιγέρες
figurative
μεταφορικός
figurative
πολύσημος
figurative
εικαστικός
figure of speech
σχήμα λόγου
figure out
βγάζω νόημα
figure skating
καλλιτεχνική παγοδρομία
figure skating
καλλιτεχνικό πατινάζ
figurehead
ακρόπρωρο
figurehead
αχυράνθρωπος
figurine
αγαλματίδιο
Fiji
Φίτζι
filariasis
νηματίαση
file
αρχείο
file
σειρά
file
συστοιχία
file
λίμα
file
στήλη
file
αρχειοθετώ
file
καταθέτω
file
λιμάρω
file
ρινίζω
file
αρχειοθετώ
file extension
επέκταση αρχείου
file extension
επέκταση ονόματος αρχείου
file system
σύστημα αρχείων
filename
όνομα αρχείου
filetype
τύπος αρχείου
filial
θυγατρικός
filibuster
κουρσάρος
filibuster
πειρατής
filibuster
κωλυσιεργία
filibuster
κωλυσιεργός
filibuster
κωλυσιεργώ
filing cabinet
αρχειοθήκη
Filipino
Φιλιππινικός
Filipino
φιλιππινέζικα
fill
γεμίζω
fill
σφραγίζω
fill in
ενημερώνω
fill in
συμπληρώνω
fill out
συμπληρώνω
filler
σφράγισμα
fillet
φιλέτο
filling
χορταστικός
filling
γέμιση
filling
γόμωση
filling
γέμιση
filling
σφράγισμα
filly
φοραδίτσα
film
μεμβράνη
film
υμένιο
film
φιλμ
film
ταινία
film
κινηματογραφώ
film director
σκηνοθέτης
film director
σκηνοθέτρια
filmography
ταινιογραφία
filmography
φιλμογραφία
filter
φίλτρο
filter
διυλιστήριο
filter
διηθητικό κύκλωμα
filter
φίλτρο
filter
φιλτράρω
filter
διηθώ
filter
διυλίζω
filter
φιλτράρω
filter
διυλίζω
filter paper
διηθητικό χαρτί
filtering
ήθηση
filth
ακαθαρσία
filtrate
διήθημα
filtrate
διηθώ
filtrate
διυλίζω
filtration
διήθηση
fin
πτερύγιο
fin whale
πτεροφάλαινα
final
τελικός
final
οριστικός
final
τελικός
final
πτυχιακές
final sigma
σίγμα τελικό
finally
τελικά
finally
επιτέλους
finally
επιτέλους
finals
τελικός
finance
χρηματοοικονομικά
finance
χρηματοδοτώ
financial
οικονομικός
financial
δημοσιονομικός
financial
χρηματοοικονομικός
financial
χρηματοπιστωτικός
finch
σπίνος
finch
σπίζα
find
ανακάλυψη
find
εύρημα
find
βρίσκω
fine
εκλεκτός
fine
εξαιρετικός
fine
εντάξει
fine
αίθριος
fine
λεπτός
fine
εντάξει
fine
καλά
fine
πρόστιμο
fine
χρηματική ποινή
fine
επιβάλλω πρόστιμο
fine arts
καλές τέχνες
fine-tooth comb
χτενίζω
finger
δάχτυλο
finger
υποδεικνύω
finger
πασπατεύω
finger
ψηλαφίζω
finger
βάζω δάχτυλο
fingerboard
ταστιέρα
fingernail
νύχι
fingerprint
δακτυλικό αποτύπωμα
fingerprint
ψηφιακό αποτύπωμα
fingerprint
δακτυλοσκοπώ
finish
τέλος
finish
τελειώνω
finish
τερματίζω
finish line
γραμμή τερματισμού
finished product
τελικό προϊόν
finite
πεπερασμένος
finity
πεπερασμένη
Finland
Φινλανδία
Finlandization
φινλανδοποίηση
Finn
Φινλανδός
Finn
Φινλανδέζα
Finnish
φινλανδικός
Finnish
φινλανδικά
Finnish
φινλανδικά
finocchio
φινόκιο
fir
έλατο
fir
έλατος
fire
φωτιά
fire
πυρ
fire
φωτιά
fire
πυρκαγιά
fire
πυρκαϊά
fire
θερμάστρα
fire
φωτιά
fire
απολύω
fire
πυρ
fire alarm
συναγερμός πυρκαγιάς
fire at will
πυρ κατά βούληση!
fire brigade
πυροσβεστική
fire brigade
πυροσβεστική υπηρεσία
fire brigade
πυροσβεστικό σώμα