English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“F” Words

fire department
πυροσβεστική
fire department
πυροσβεστικό σώμα
fire engine
πυροσβεστικό όχημα
fire escape
έξοδος διαφυγής
fire exit
έξοδος κινδύνου
fire exit
έξοδος πυρκαγιάς
fire extinguisher
πυροσβεστήρας
fire hydrant
στόμιο υδροληψίας
fire service
πυροσβεστική υπηρεσία
fire service
πυροσβεστικό σώμα
fire station
πυροσβεστικός σταθμός
fire tongs
μασιά
fire tongs
πυράγρα
fire up
ανάβω
fire up
εκκινώ
fire up
ενεργοποιώ
fire up
ξεκινώ
fire up
εκτελώ
fire up
τρέχω
fire up
ανάβω
fire up
αναφλέγω
fire up
διεγείρω
fire up
πυροδοτώ
firearm
πυροβόλο όπλο
firearm
πυροβόλο
firebrick
πυρότουβλο
firebug
πυγολαμπίδα
firebug
κωλοφωτιά
firecracker
κροτίδα
firecracker
πυροτέχνημα
fired
οπτός
firefighter
πυροσβέστης
firefighting
πυρόσβεση
firefly
πυγολαμπίδα
firefly
κωλοφωτιά
firelighter
προσάναμμα
fireman
πυροσβέστης
fireman
θερμαστής
fireplace
εστία
fireplace
τζάκι
fireplace
παραγώνι
fireplace
παραστιά
fireproof
αλεξίπυρος
fireproof
πυρίμαχος
fireship
πυρπολικό
fireside
παραγώνι
firewalker
αναστενάρης
firewall
αλεξίπυρο διάφραγμα
firewall
τείχος προστασίας
firewood
καυσόξυλα
firework
πυροτέχνημα
fireworks
πυροτεχνήματα
firing squad
εκτελεστικό απόσπασμα
firm
σταθερός
firm
στιβαρός
firm
ακράδαντος
firm
αμετακίνητος
firm
στερεός
firm
γερός
firm
στέρεος
firm
επιχείρηση
firm
εταιρία
firm
σταθεροποιώ
firm
στερεώνω
firm
στερεώνω
firm
σταθεροποιούμαι
firm
στεριώνω
firm
σταθεροποιούμαι
firmament
στερέωμα
first
πρώτος
first
πρώτα
first
πρωτίστως
first
πρώτος
first aid
πρώτες βοήθειες
first class
πρώτη τάξη
first floor
πρώτος όροφος
first lieutenant
υπολοχαγός
first lieutenant
υποπλοίαρχος
first lieutenant
υποσμηναγός
first mate
ύπαρχος
First Nation
Πρῶτον Έθνος
first of all
πρώτα απ' όλα
first person
πρώτο πρόσωπο
first rain
πρωτοβρόχι
first year
πρωτοετής
first-class entity
οντότητα πρώτης τάξης
first-order logic
λογική πρώτου βαθμού
firsthand
από πρώτο χέρι
fiscal
δημοσιονομικός
fiscal
οικονομικός
fiscal year
χρήση
fish
ψάρεμα
fish
ψάρι
fish
ιχθύς
fish
ψάρια
fish
ψάρι
fish
ψάρι
fish
ψάρια
fish
ψάρεμα
fish
ψάρι
fish
ψάρι
fish
ψαρεύω
fish
αλιεύω
fish
ψαρεύω
fish farm
ιχθυοτροφείο
fish-knife
μαχαίρι του ψαριού
fish-knife
ψαρομάχαιρο
fishbone
ψαροκόκκαλο
fisher
ψαράς
fisherman
ψαράς
fisherman
ψαρού
fishery
αλιεία
fishery
αλίευση
fishery
ψάρεμα
fishery
αλιευτική ζώνη
fishery
ψαρότοπος
fishhook
αγκίστρι
fishing
αλιεία
fishing boat
ψαρόβαρκα
fishing line
ορμιά
fishing rod
καλάμι ψαρέματος
fishlike
ιχθυοειδής
fishmarket
ιχθυαγορά
fishmarket
ψαραγορά
fishmeal
ιχθυάλευρο
fishmonger
ιχθυοπώλης
fishmonger's
ιχθυοπωλείο
fishy
ψαράκι
fissile
διασπάσιμος
fissile
διαχωρίσιμος
fissile
εύσχιστος
fissile
διασπάσιμος
fissile
σχάσιμος
fission
διάσπαση
fission
πυρηνοτομία
fissiparous
διασπαστικός
fist
γροθιά
fistula
συρίγγιο
fit
κατάλληλος
fit
ικανός
fit
υγιής
fit
κρίση
fit
σπασμός
fit
παροξυσμός
fit
ξέσπασμα
fit
ταιριάζω
fit
κάνω
fit
κάνω
fit
προσαρμόζω
fit
ταιριάζω