English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“G” Words

golden eagle
χρυσαετός
Golden Fleece
χρυσόμαλλο δέρας
golden goose
κότα με τα χρυσά αυγά
golden goose
χρυσό αβγό
Golden Horn
Κεράτιος Κόλπος
Golden Horn
Χρυσόν Κέρας
golden ratio
χρυσή τομή
golden-yellow
χρυσοκίτρινος
goldeneye
αγριόπαπια
goldeneye
βουκέφαλος η σαλπίζουσα
goldfinch
καρδερίνα
goldfinch
γαρδέλι
goldfinch
ακανθίς
goldfinch
ακανθυλίς
goldfish
χρυσόψαρο
Goldonian
γκολντονικός
goldsmith
χρυσοχόος
golf
γκολφ
golf course
γήπεδο γκόλφ
Golgotha
Γολγοθάς
Gomorrah
Γόμορρα
gonad
αρχίδια
gonad
γεννητικός αδένας
gonad
γονάδα
gondola
γόνδολα
gondolier
γονδολιέρης
gong
γκονγκ
gonorrhea
βλεννόρροια
gonorrhea
γονόρροια
gony
γονία
good
καλός
good
καλός
good
αγαθός
good
καλός
good
αγαθό
good afternoon
καλημέρα
good afternoon
καλό απόγευμα
good cop bad cop
καλός και κακός αστυφύλακας
good day
καλημέρα
good evening
καλησπέρα
good evening
καλό βράδυ
Good Friday
Μεγάλη Παρασκευή
good luck
καλή τύχη
good luck
καλή επιτυχία
good morning
καλημέρα
good night
καληνύχτα
good night
καλό βράδυ
good riddance
καλά ξεκουμπίδια
good things come to those who wait
το καλό πράγμα αργεί να γίνει
good weather
καλοκαιρία
good-for-nothing
χαραμοφάης
goodbye
αντίο
goodbye
γεια
goodbye
τα λέμε
goodbye
αντίο
goodbye
αποχαιρετισμός
goodbye, cruel world
αντίο, σκληρέ κόσμε
goodhearted
καλόκαρδος
goodheartedness
καλωσύνη
goodness
καλοσύνη
goods
αγαθά
goods train
εμπορική αμαξοστοιχία
goods wagon
βαγόνι
goodwill
ευμένεια
goodwill
εύνοια
goodwill
θέληση
goodwill
αέρας
gooey
γλοιώδης
Goofy
Γκούφυ
Google
Γκουγκλ
google
γκουγκλιά
google
γκουγκλάρω
google
γκουγκλίζω
googol
Γκούγκολ
goose
χήνα
goose-step
βήμα της χήνας
gooseberry
φραγκοστάφυλο
gooseherd
χηνάρης
gooseherd
χηνάρισσα
gooseherd
χηνοβοσκός
Gorbachev
Γκορμπατσόφ
Gordian knot
γόρδιος δεσμός
Gordias
Γόρδιος
gorge
λαιμός
gorge
φαράγγι
gorge
καταβροχθίζω
gorge
μπουκώνομαι
gorge
περιδρομιάζω
gorgeous
υπέροχος
Gori
Γκόρι
gorilla
γορίλας
Gorinchem
Χόρινχεμ
Gorizia
Γκορίτσια
gorse
σπάρτος
gosh
αμάν
goshawk
διπλοσάινο
gospel
ευαγγέλιο
gossip
κουτσομπόλης
gossip
κουτσομπόλα
gossip
κουτσομπόλης
gossip
κουτσομπολιό
gossip
κουτσομπόλα
gossip
κουτσομπολεύω
gossiper
κουτσομπόλα
gossiper
κουτσομπόλης
got it
κατάλαβα
got it
καταλάβαμε
got it
κατάλαβες;
got it
καταλάβατε;
Goth
Γότθος
Gothenburg
Γκέτεμποργκ
Gouda
Γκούντα
Gouda
Χάουντα
gouda
γκούντα
gourmand
κοιλιόδουλος
gourmand
φαγάς
gourmand
καλοφαγάς
gourmet
καλοφαγάς
gourmet
γκουρμέ
gout
ουρική αρθρίτιδα
gout
ποδάγρα
govern
κυβερνώ
governability
κυβερνησιμότητα
governable
κυβερνήσιμος
government
κυβέρνηση
governmental
κυβερνητικός
governor
κυβερνήτης
governor-general
γενικός κυβερνήτης
governorship
αρμοστεία
Gracchus
Γράγχος
Grace
Αγλαΐα
Grace
Γκρέις
grace
ευλογία
grace
χάρη
grace
παράταση
grace
περίοδος χάριτος
grace
χάρη
grace
παραχώρηση
grace
κοσμώ
grace note
διάνθισμα
grace note
φιοριτούρα
graceful
εύχαρις
graceful
χαριτωμένος
gracefully
ευγενικά
Graces
Χάριτες
gracious
ελεήμων
grade
βαθμός
gradient
εφαπτομένη
gradient
συντελεστής διεύθυνσης
gradual
βαθμιαίος