English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“G” Words

gradual
σταδιακός
gradually
βαθμιαία
gradually
σταδιακά
graduation
αποφοίτηση
graduation
αποφοίτηση
graduation
τελετή αποφοίτησης
graffiti artist
γκραφιτάς
graft
μπόλι
graft
εμβολιάζω
grafting
μεταμόσχευση
Graham
Γκράχαμ
grain
δημητριακά
grain
σιτηρά
grain
σπυρί
grain
υφή
grain
κόκκος
gram
γραμμάριο
grammar
γραμματική
grammar school
δημοτικό σχολείο
grammar school
λύκειο
grammarian
γραμματικός
grammatical
γραμματικός
grammatical case
πτώση
grammatical mood
έγκλιση
grammaticality
γραμματικότητα
grammaticity
γραμματικότητα
granary
σιταποθήκη
granary
σιτοβολώνας
granary
σιτοβολώνας
granary
σιταποθήκη
Grand Canyon
Γκραν Κάνυον
Grand Duchy of Finland
Μεγάλο Δουκάτο της Φινλανδίας
Grand Duchy of Lithuania
Μεγάλο Δουκάτο της Λιθουανίας
Grand Duchy of Luxembourg
Μέγα Δουκάτο του Λουξεμβούργου
Grand Est
Γκραντ Εστ
Grand Mufti
μεγάλος μουφτής
grand piano
πιάνο με ουρά
grandchild
εγγόνι
granddaughter
εγγονή
grandfather
παππούς
grandfather
πάππος
grandfather
πάππος
grandfather
παππούς
grandiloquent
μεγαλόστομος
grandiloquent
πομπώδης
grandiloquent
μεγαλορρήμονας
grandiose
επιβλητικός
grandma
γιαγιά
grandmother
γιαγιά
grandmother
μάμμη
grandpa
πάππος
grandpa
παππούς
grandson
εγγονός
granite
γρανίτης
granola
δημητριακά
Grant
Γκραντ
grant
επιδότηση
grantedly
ομολογουμένως
granulation
κοκκίαση
granulomatosis
κοκκιωμάτωση
granulometric
κοκκομετρικός
granulometry
κοκκομετρία
grape
σταφύλι
grape therapy
σταφυλοθεραπεία
grapefruit
γκρέιπφρουτ
grapeseed
γίγαρτο
grapevine
αμπέλι
grapevine
άμπελος
grapevine
κλήμα
graph
γράφημα
graph
γράφημα
graph
γράφος
graph theory
θεωρία γράφων
grapheme
γράφημα
graphene
γραφένιο
graphic
γραφικός
graphical user interface
γραφική διεπαφή χρήστη
graphics
γραφικά
graphite
γραφίτης
graphy
γραφία
grapnel
αγκουρέτο
grappa
γκράπα
grasp
άδραγμα
grasp
λαβή
grasp
αντίληψη
grasp
κατανόηση
grasp
προσιτός
grasp
αρπάζω
grasp
πιάνω
grasp
αδράχνω
grasp
πιάνω
grasp
κατανοώ
grasp
αρπάζω
grasp
πιάνω
grasp
δράττομαι
grasp
κατανοώ
grasping
αρπακτικός
grasping
πλεονέκτης
grass
χορτάρι
grass
χόρτο
grass
γκαζόν
grasshopper
ακρίδα
grate
τρίβω
grated
τριμμένος
grateful
ευγνώμων
grater
τρίφτης
gratitude
ευγνωμοσύνη
grave
βαρύς
grave
τάφος
grave accent
βαρεία
gravedigger
νεκροθάφτης
gravel
χαλίκι
graverobber
τυμβωρύχος
graveyard
κοιμητήριο
graveyard
νεκροταφείο
graveyard
κοιμητήρι
graveyard
νεκροταφείο
graviera
γραβιέρα
gravitational interaction
βαρυτική αλληλεπίδραση
gravitational lensing
βαρυτοπρίσμωση
gravitational lensing
βαρυτοπρισμάτωση
gravitational wave
βαρυτικά κύματα
gravity
βαρύτητα
gravity
βαρύτητα
gravity
σοβαρότητα
gravity
δριμύτητα
gravure
γκραβούρα
gravure
χαλκογραφία
gravy
ζωμός
gravy boat
σαλτσιέρα
gray
γκρίζος
gray
φαιός
gray
γκρι
gray
σταχτί
gray
φαιό
gray
γκρέυ
gray
γκριζάρω
grayling
θύμαλλος
Graz
Γκράτς
Graz
Γκρατς
graze
γδάρσιμο
graze
γρατζούνισμα
graze
αμυχή
graze
γρατζουνιά
graze
βόσκω
graze
γδέρνω
grease
γρασάρω
great
εξαιρετικός
great
περίφημος
great
μεγάλος