English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“H” Words

haughtiness
ακαταδεξιά
haughty
υπεροπτικός
haughty
αλαζόνας
haughty
αλαζονικός
haughty
αλαζών
haunt
εντευκτήριο
haunt
λημέρι
haunt
στέκι
haunt
στοιχειώνω
haunt
ακολουθώ
haunt
ακολουθώ
haunt
συχνάζω
haunted
στοιχειωμένος
haunted house
στοιχειωμένο σπίτι
Hausa
Χάουσα
Hausdorff dimension
διάσταση Χάουσντορφ
Haute-Corse
Άνω Κορσική
Hauts-de-France
Ω-ντε-Φρανς
Havana
πούρα Αβάνας
Havana
Αβάνα
have
έχω
have a nice day
καλή σου μέρα
have fun
καλή διασκέδαση
have fun
διασκεδάζω
have it out
διαπληκτίζομαι
have it out
μαλώνω
have one foot in the grave
είμαι με το ένα πόδι στον τάφο
have one's cake and eat it too
θέλω και την πίτα ολόκληρη και τον σκύλο χορτάτο
have one's hands tied
δένω τα χέρια
have sex
συνουσιάζομαι
have sex
κάνω σεξ
have sex
συνευρίσκομαι
have the foggiest
δεν έχω ιδέα
have the foggiest
δεν έχω την παραμικρή ιδέα
haven
λιμάνι
haven
καταφύγιο
haversack
ταγάρι
Hawaii
Χαβάη
Hawaiian
χαβανέζικος
Hawaiian
Χαβανέζα
Hawaiian
Χαβανέζος
Hawaiian
χαβανέζικα
hawk
γεράκι
hawk
πηλοφόρι
hawk
αποχρέμπτομαι
hawkbit
αγριοραδίκι
hawkish
πολεμοχαρής
hawthorn
κράταιγος
hay
σανός
hay
άχυρο
hazard
κίνδυνος
hazard
ρίσκο
hazard
τύχη
hazard
εμπόδιο
hazard
διακινδυνεύω
hazard
τολμώ
hazel
καστανοπράσινος
hazel
φουντουκιά
hazel grouse
δασόκοτα
hazelnut
φουντούκι
hazing
καψώνι
HDI
ΔΑΑ
he
αυτός
he who digs a pit for others falls in himself
όποιος σκάβει το λάκκο του αλλουνού, πέφτει ο ίδιος μέσα
he who laughs last laughs best
γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος
he's unconscious
είναι αναίσθητος
head
κεφαλικός
head
κεφάλι
head
κεφάλι
head
κεφαλή
head
κεφάλι
head
κεφαλή
head
αρχηγός
head
διευθυντής
head
διευθύντρια
head
κεφάλι
head
μυαλό
head
κεφάλι
head
κεφαλή
head
αρχηγός
head
κατευθύνομαι
head of household
κύρης
head of household
νοικοκυρά
head of household
νοικοκύρης
head of state
επικεφαλής του κράτους
head to toe
πατόκορφα
headache
πονοκέφαλος
headache
κεφαλαλγία
headache
πονοκέφαλος
headache
βάσανο
headache
μπελάς
headband
κεφαλάρι
headbutt
κεφαλιά
headbutt
κουτουλιά
headbutt
κουτουλώ
header
κεφαλίδα
header
κεφαλάρι
header
κεφαλίδα
header
ανώφλι
header
κεφαλάρι
header
κεφαλιά
header
κεφαλιά
header
κουτουλιά
headhunter
κρανιοθήρας
headhunter
κυνηγός κεφαλών
headhunter
κυνηγός κεφαλών
heading
επικεφαλίδα
heading
τίτλος
heading
πορεία
headless
ακέφαλος
headlight
προβολέας
headmaster
διευθυντής
headphone
ακουστικό
headphone
ακουστικά
headphones
ακουστικά
headquarters
αρχηγείο
headquarters
επιτελείο
headquarters
έδρα
headquarters
κέντρο
headrest
αποκούμπι
heads or tails
κορώνα ή γράμματα
headscarf
μαντήλα
headscarfless
αμαντήλωτος
headsman
αποκεφαλιστής
headstall
καπίστρι
headstrong
ισχυρογνώμων
headwind
αντίθετος άνεμος
heal
θεραπεύω
heal
αναρρώνω
health
υγεία
health care
φροντίδα υγείας
health centre
κέντρο υγείας
healthful
υγιεινός
healthy
υγιής
healthy
γερός
healthy
ακμαίος
healthy
εύρωστος
healthy
υγιεινός
healthy
υγιής
healthy
γερός
healthy
δέων
healthy
ικανός
heap
στοίβα
heap
σωρός
heap
σωρός
heap
στοιβάζω
hear
ακούω
hear
μαθαίνω
hear of
έχω ακουστά
hear, hear
άκουσον, άκουσον