English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“H” Words

hearing
ακοή
hearing
ακρόαση
hearse
νεκροφόρα
heart
καρδιά
heart
καρδιά
heart
ψυχή
heart
κούπα
heart
καρδιά
heart attack
έμφραγμα
heart attack
έμφραγμα του μυοκαρδίου
heart attack
καρδιακή προσβολή
heart failure
συγκοπή
heart failure
καρδιακή ανεπάρκεια
heart valve
καρδιακή βαλβίδα
heart-breaking
σπαραξικάρδιος
heart-shaped
καρδιοειδής
heart-shaped
καρδιόσχημος
heartbeat
καρδιοπαλμός
heartbreaker
καρδιοκατακτητής
heartburn
καούρα
heartfelt
ειλικρινής
hearth
τζάκι
heartless
άκαρδος
heartlessly
άκαρδα
heartlessly
άπονα
hearts
κούπες
heat
θερμότητα
heat
ζέστη
heat
προκριματικός αγώνας
heat capacity
θερμοχωρητικότητα
heat exchanger
εναλλάκτης θερμότητας
heat sink
ψύκτρα
heat stroke
θερμοπληξία
heat up
ζεσταίνω
heat wave
καύσωνας
heat-resistant
ανεξίθερμος
heath
θαμνότοπος
heath
ξερότοπος
heath
ρείκι
Heathen
ειδωλολάτρης
Heathen
ειδωλολάτρισσα
heathen
αλλόθρησκος
heathen
ειδωλολάτρης
heathen
ακαλλιέργητος
heather
ερείκη
heather
ρείκι
Heathrow
Χίθροου
heating
καλοριφέρ
heatproof
ανεξίθερμος
heave
ανακατεύομαι
heave
σηκώνω
heave
ανεβοκατεβαίνω
heave-ho
έγια μόλα
heaven
ουράνια
heaven
ουρανός
heaven
παράδεισος
heaven
ουράνια
heaven
παράδεισος
heavenly
ουράνιος
heavenly
ουράνιος
heavenly
παραδεισένιος
heavenly body
ουράνιο σώμα
heavens
ουρανός
heavy
βαρύς
heavy
σοβαρός
heavy
βαρύς
heavy industry
βαριά βιομηχανία
Hebe
Ήβη
Hebei
Χεμπέι
hebephrenia
ηβηφρένεια
Hebraism
εβραϊσμός
Hebraist
εβραϊστής
Hebraist
εβραΐστρια
Hebrew
εβραϊκός
Hebrew
εβραϊκά
Hebrew
Εβραίος
Hebrew
Εβραία
Hebrew
εβραϊκά
Hebrew
Εβραίος
Hebrew
Εβραία
Hebrews
Εβραίους
Hebron
Χεβρώνα
Hecate
Εκάτη
hecatomb
εκατόμβη
Hecatoncheires
Εκατόγχειρες
hectare
εκτάριο
hecto-
εκατο-
hecto-
εκατό-
hectolitre
εκατόλιτρο
hectometre
εκατόμετρο
Hector
Έκτορας
Hecuba
Εκάβη
hedge
φράχτης
hedge
φράκτης με θάμνους
hedgehog
σκαντζόχοιρος
hedgehog
σκατζόχοιρος
hedgehog
εχίνος
hedonism
ηδονισμός
hedonistic
ηδονιστικός
heedful
προσεκτικός
heedless
αδιάφορος
heedlessness
απροσεξία
heel
φτέρνα
heel
τακούνι
heel
τακούνι
heel
φτέρνα
Hegel
Έγελος
Hegel
Χέγκελ
Hegelian
εγελιανός
Hegelian
χεγγελιανός
Hegelian
χεγκελιανός
Hegelianism
εγελιανισμός
hegemonic
ηγεμονικός
hegemony
ηγεμονία
heifer
δαμαλίδα
heifer
αγελαδίτσα
height
ύψος
height
κορυφή
Heilongjiang
Χεϊλονγκτσιάνγκ
Heine
Χάινε
heinous
απεχθής
heinous
αποτρόπαιος
heinous
μισητός
heinous
στυγερός
heir
κληρονόμος
heir
διάδοχος
heir apparent
φυσικός κληρονόμος
heir presumptive
επίδοξος κληρονόμος
heir presumptive
πιθανός κληρονόμος
heirless
ακληρονόμητος
heirlessness
ακληρία
heirloom
κειμήλιο
Heisenberg uncertainty principle
αρχή της απροσδιοριστίας του Χάιζενμπεργκ
Helen
Ελένη
Helen
Ελένη
Helen
Έλενα
Helenus
Έλενος
Helga
Όλγα
helical
σπειροειδής
helical
ελικοειδές
helical
ελικοειδής
heliciculture
σαλιγκαροτροφία
helicopter
ελικόπτερο
heliocentric
ηλιοκεντρικός
heliocentrism
ηλιοκεντρισμός
Heliodorus
Ἡλιόδωρος
heliolatry
ηλιολατρία
heliopause
ηλιόπαυση
heliophilous
ηλιόφιλος
heliophobic
ηλιόφοβος