English dictionary, thesaurus, translations & etymology
FreeDict.com

English–Greek Dictionary

Translate English words into Greek, and Greek into English. Each entry shows gender, part of speech, example sentences and how the word is actually used — not just a bare equivalent.

Browse A–Z

a b c d e f g h i j k l m n o p q r s t u v w x y z

“I” Words

I
εγώ
i
άι
I am English
είμαι Άγγλος
I am English
είμαι Αγγλίδα
I beg your pardon
παρακαλώ
I beg your pardon
πώς είπατε παρακαλώ
I came, I saw, I conquered
ήλθον, είδον, ενίκησα
I can't find my ...
δεν μπορώ βρίσκε εμένα ...
I could eat a horse
πεινάω σαν λύκος
I don't care
δε με νοιάζει
I don't drive
δεν οδηγώ
I don't eat fish
δεν τρώω ψάρι
I don't eat meat
δεν τρώω κρέας
I don't eat pork
δεν τρώω χοιρινό
I don't know
δεν ξέρω
I don't speak English
δεν μιλώ αγγλικά
I don't speak English
δεν μιλώ ελληνικά
I don't think so
δε νομίζω
I don't understand
δεν καταλαβαίνω
I hate you
σας μισώ
I hate you
σε μισώ
I have a cold
είμαι κρυωμένος
I have a cold
είμαι συναχωμένος
I have a fever
έχω πυρετό
I have a headache
πονάει το κεφάλι μου
I have a question
έχω μια ερώτηση
I have a toothache
πονάει το δόντι μου
I have AIDS
έχω ΕΪΤΖ
I have asthma
έχω άσθμα
I have asthma
υποφέρω από άσθμα
I have cancer
έχω καρκίνο
I have diabetes
έχω σακχαρώδη διαβήτη
I have diabetes
υποφέρω από σακχαρώδη διαβήτη
I have high blood pressure
έχω υπέρταση
I have high blood pressure
είμαι υπερτασικός
I have low blood pressure
έχω υπόταση
I have low blood pressure
είμαι υποτασικός
I have no money
δεν έχω χρήματα
I know
ξέρω
I know you are but what am I?
όποιος το λέει είναι
I like you
μου αρέσεις
I like you
μου αρέσετε
I live in Melbourne
ζω στη Μελβούρνη
I live in Melbourne
μένω στην Μελβούρνη
I lost my backpack
έχασα το σακίδιό μου
I lost my glasses
έχασα τα γυαλιά μου
I lost my keys
έχασα τα κλειδιά μου
I lost my wallet
έχασα το πορτοφόλι μου
I love you
σε αγαπώ
I love you
σ' αγαπώ
I love you
σε αγαπώ
I miss you
μου λείπεις
I miss you
σ' επιθύμησα
I miss you
σε πεθύμησα
I must go
πρέπει να φύγω
I need ...
χρειάζομαι ...
I rest my case
είπα ό,τι είχα να πω
I rest my case
ό,τι είχα να πω το είπα
I see
μάλιστα
I see, said the blind man
βλέπω, είπε ο τυφλός
I think so
έτσι νομίζω
I think so
έτσι πιστεύω
I think, therefore I am
σκέπτομαι, άρα υπάρχω
I want to know
θέλω να μάθω
I want to know
θέλω να ξέρω
I was born in ...
γεννήθηκα ...
I was born in ...
γεννήθηκα στην ...
I was born in ...
γεννήθηκα στο ...
I was born in ...
γεννήθηκα στον ...
i.e.
δηλαδή
i.e.
δηλ.
I'm ... year(s) old
είμαι ... ετών
I'm ... year(s) old
είμαι ... χρονών
I'm a Catholic
είμαι καθολική
I'm a Catholic
είμαι καθολικός
I'm a Christian
είμαι χριστιανή
I'm a Christian
είμαι χριστιανός
I'm a Muslim
είμαι μουσουλμάνος
I'm agnostic
είμαι αγνωστικίστρια
I'm agnostic
είμαι αγνωστικιστής
I'm allergic to aspirin
είμαι αλλεργική στην ασπιρίνη
I'm allergic to aspirin
είμαι αλλεργικός στην ασπιρίνη
I'm allergic to penicillin
είμαι αλλεργική στην πενικιλίνη
I'm allergic to penicillin
είμαι αλλεργικός στην πενικιλίνη
I'm allergic to pollen
είμαι αλλεργική στη γύρη
I'm allergic to pollen
είμαι αλλεργικός στη γύρη
I'm American
είμαι Αμερικανίδα
I'm American
είμαι Αμερικανός
I'm an atheist
είμαι άθεη
I'm an atheist
είμαι άθεος
I'm bleeding
αιμορραγώ
I'm blind
είμαι τυφλός
I'm deaf
είμαι κουφός
I'm dying
πεθαίνω
I'm fine, thank you
καλά, ευχαριστώ
I'm gay
είμαι ομοφυλόφιλος
I'm Hindu
είμαι ινδουίστρια
I'm Hindu
είμαι ινδουιστής
I'm hungry
πεινάω
I'm in love with you
είμαι ερωτευμένος μαζί σου
I'm in love with you
σ'έχω ερωτευτεί
I'm Jewish
είμαι Εβραία
I'm Jewish
είμαι Εβραίος
I'm Jewish
είμαι ιουδαϊκή
I'm Jewish
είμαι ιουδαϊκός
I'm looking for a job
ψάχνω για δουλειά
I'm lost
χάθηκα
I'm married
είμαι παντρεμένη
I'm married
είμαι παντρεμένος
I'm not religious
είμαι άθρησκη
I'm not religious
είμαι άθρησκος
I'm pregnant
είμαι έγκυος
I'm sick
είμαι άρρωστη
I'm sick
είμαι άρρωστος
I'm single
είμαι ανύπαντρη
I'm single
είμαι ανύπαντρος
I'm thirsty
διψώ
I'm thirsty
είμαι διψασμένος
I'm twenty years old
είμαι είκοσι χρονών
I've been raped
έχω βιαστεί
I've been robbed
με λήστεψαν
I've been shot
με έχουν πυροβολήσει
I've burned myself
κάηκα
Iacchus
Ίακχος
iambic
ιαμβικός
Iamblichus
Ιάμβλιχος
Iamus
Ίαμος
Ian
Ίαν
Iapetus
Ιαπετός
Iasi
Ιάσιο
iatric
ιατρικός
iatrogenic
ιατρογενής
Iberia
Ιβηρία
Iberian Peninsula
Ιβηρική Χερσόνησος
ibex
αίγαγρος
ibex
ίβηξ
ibid.
αυτ.
ibid.
αυτόθι
Ibiza
Ίμπιζα
Iblis
Ιμπλίς
ibrik
μπρίκι
ibuprofen
ιβουπροφαίνη
ic
ικός
Icarus
Ίκαρος
ice
πάγος
ice age
Εποχή των Παγετώνων
ice cream
παγωτό
ice cream
παγωτό χωνάκι
ice cream
παγωτό
ice cream cone
χωνάκι